Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το soundtrack ενός βιβλίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το soundtrack ενός βιβλίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

"Κάτω από το Ηφαίστειο"


Ξαφνικά η βροχή άρχισε να πέφτει πιο πυκνή. Ένας άνεμος, σαν εξπρές, χίμηξε μέσα στο δάσος˙ κάπου μπροστά ένας κεραυνός σπάθισε τα δέντρα μ' ένα άγριο και διαπεραστικό μπουμπουνητό που συγκλόνισε το έδαφος...
Υπάρχει, μερικές φορές, στην καταιγίδα ένας άλλος άνθρωπος που σκέφτεται αντί για σένα, που μπάζει μέσα τα καθίσματα της νοητικής σου βεράντας, κλείνει και μανταλώνει τα παράθυρα του νου ενάντια σ' αυτό που μοιάζει φοβερό όχι τόσο σαν απειλή, όσο σαν κάποια παραβίαση της ουράνιας ισορροπίας, μια καταστροφική παραφροσύνη του ουρανού, μια μορφή ανόσιου που απαγορεύεται στους θνητούς να τη βλέπουν από πολύ κοντά: μένει όμως πάντα μια πόρτα ανοιχτή στο μυαλό -όπως λέγεται πως μερικοί άνθρωποι άφησαν σε μεγάλες καταιγίδες ανοιχτές τις πραγματικές τους πόρτες για να μπει μέσα ο Χριστός- για την είσοδο και την αποδοχή του ανεπανάληπτου, τη φοβισμένη αποδοχή του κεραυνού, που ποτέ δεν πέφτει πάνω σου, για το αστροπελέκι που χτυπάει πάντα το διπλανό δρόμο, για την καταστροφή που τόσο σπάνια έρχεται στην καταστροφική ώρα˙ κι ήταν μέσα απ' αυτή την πόρτα της ψυχής της που η Υβόν, ισορροπώντας πάντα στην κορφή του κορμού, συνειδητοποίησε τώρα την απειλή πως κάτι δεν πήγαινε καλά.


(Malcolm Lowry "Κάτω από το ηφαίστειο", μετάφ. Μαρίνα Λώμη, εκδόσεις Αστάρτη)

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

"Λευκή Τζαζ"


Φώτα να ανάβουν και να σβήνουν. Γυμνοί τοίχοι - δεν μπορούσες να δεις πρόσωπα, μόνο να τα φανταστείς.
Η Γκλέντα να σκοτώνει τον προαγωγό.
Η Γκλέντα γυμνή - με το σώμα της Μεγκ.
.....................................................................................................................................

Να στροβιλίζομαι, να πέφτω.
Μουσική.
Σκοτάδι / φως / πόνος - τσιμπήματα στο μπράτσο, τρελή μακαριότητα. Φως = όραση - μη μου βγάλετε τα μάτια.
Να στροβιλίζομαι, να πέφτω - ΟΛΑ συγχρονισμένα με την μποπ. Θέματα του Τσαμπ Ντινήν - η Λουσίλ κι ο Ρίτσυ να κατεβαίνουν από τον παράδεισο.
Να ιδρώνω - κρύα χτυπήματα στο πρόσωπο. Το πρόσωπο κάποιου - ενός ηλικιωμένου.
Τρυπήματα βελόνας να παίρνουν μαζί τους τον πόνο.
Τσιμπήματα στο μπράτσο - τρελή μακαριότητα.
ΟΛΑ - να στροβιλίζονται, να πέφτουν.
Εντριβές στο μάγουλο σχεδόν μακάριες - πυκνά γένια.
Ο χρόνος - φως στο σκοτάδι, φως στο σκοτάδι, φως στο σκοτάδι.
Ένας άντρας με γυαλιά - ίσως όνειρο. Φωνές - ονειρικές, μισοαληθινές.
Μουσική.
.....................................................................................................................................

Κοίτα:
Ένα ελαφρό χαμόγελο να χαϊδεύει το μαξιλάρι της. Ο ένας ώμος έξω από το σεντόνι, οι παλιές ουλές μαυρισμένες από τον ήλιο.
Τράβηξα φωτογραφίες:
Το πρόσωπό της - μάτια κλειστά - όνειρα που ποτέ δεν θα μου τα πει. Φως από το πορτατίφ, από το φλας: ξανθά μαλλιά σε λευκό λινό.
Έβγαλα το φιλμ.
Σήκωσα τις βαλίτσες με τα χρήματα - βαριές πρόστυχες.
Βγήκα από την πόρτα πνίγοντας τα δάκρυά μου.
.....................................................................................................................................

Η Γκλέντα:
Σταρ του σινεμά, σταρ της τηλεόρασης. Στα εξήντα της  - δεσποτική μητέρα σε ατελείωτο σήριαλ.
Η Γκλέντα:
Τριάντα χρόνια διάσημη. Πάντα μαζί μου - οι φωτογραφίες της πάντα πάνω μου. Αγέραστη - κάθε ταινία της, κάθε δημοσιευμένη φωτογραφία της έλαμπε.
Στα όνειρά μου - να στροβιλίζεται, να πέφτει.
Όπως ο Έξλυ, ο Ντάντλυ, ο Κάρλαϊλ.
Εξορισμένα από εμένα, πράγματα που μου μιλάνε - προφορική φρίκη που καθορίζει τη μακριά επιβίωσή της.
Όνειρα - να στροβιλίζονται, να πέφτουν - 
Θα γυρίσω πίσω. Για να κάνω τον Έξλυ να ομολογήσει κάθε τερατώδη συμφωνία που έκανε με την ίδια ευθύτητα μ' εμένα. Θα σκοτώσω τον Κάρλαϊλ και θα βάλω τον Ντάντλυ να συμπληρώσει κάθε πτυχή της ζωής του - για να σβήσει την ενοχή μου με το βάρος της μοχθηρότητάς του. Θα τον σκοτώσω στο όνομα των θυμάτων μας, για να βρω την Γκλέντα και να της πω:
Πες μου τα πάντα.
Πες μου τα πάντα.
Ακύρωσε τον χαμένο χρόνο.
Αγάπησέ με μανιασμένα μέσα στον κίνδυνο.

(James Ellroy "Λευκή Τζαζ", μετάφ. Ανδρέας Αποστολίδης, εκδόσεις Άγρα, 1999)





 

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

"Όλες οι Χάρες του Ουρανού"


"Είχε πιο έντονη  προφορά τότε, με γαλλική χροιά που διακρινόταν κάτω από την άκαμπτη, επίσημη φρασεολογία του. Χρειάστηκε να μας επαναλάβει πολλές φορές τη φράση για να καταλάβουμε τι έλεγε, και κάθε φορά έκανε μια απότομη χειρονομία στον αέρα, σαν να αγκάλιαζε τη μουσική. Όταν επιτέλους καταλάβαμε τι έλεγε, ο Κένεθ κι εγώ σηκωθήκαμε, και όλοι μαζί κρατούσαμε με τα κεφάλια μας το ρυθμό, ακούγοντας τους στίχους που μετά βίας καταλαβαίναμε. Το ρεφρέν απλώς επαναλάμβανε αυτό που νιώθαμε εμείς.
Τώρα, όταν τελειώνει το τραγούδι, δυσκολευόμαστε να μη βάλουμε τα γέλια καθώς θυμόμαστε τον άτοπο ενθουσιασμό μας. Την πρώτη φορά που το ακούσαμε, ήμασταν στην Αμερική ένα-δυο χρόνια μόνο, και όντως πιστεύαμε ότι ήμασταν τα παιδιά μιας επανάστασης, όχι μόνο επειδή λαχταρούσαμε να πετύχουμε κάτι. Είχαμε όλοι την ίδια ιστορία, είχαμε αφήσει πίσω τις οικογένειές μας, που τις νοσταλγούσαμε αλλά ξέραμε ότι δεν θα τις ξαναβλέπαμε ποτέ. Μιλούσαμε με τα σπαστά αγγλικά μας για τις αφρικανικές δικτατορίες, ένα θέμα που δεν το είχαμε ακόμα βαρεθεί. Και ο καθένας μας είχε να αφηγηθεί τη δική του ιστορία θανάτου και βίας."
(Dinaw Mengestu "Όλες οι Χάρες του Ουρανού", μετάφ. Χ. Παπαδημητρίου, εκδόσεις Πόλις, 2008)

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

"Το εμβατήριο Ραντέτσκυ"


"Αισθανόταν κατά κάποιον τρόπο συγγενής με τους Αψβούργους, των οποίων την εξουσία ενσάρκωνε εδώ ο πατέρας του και χάρη των οποίων θα κινούσε και ο ίδιος κάποια στιγμή για τον πόλεμο και το θάνατο. Γνώριζε τα ονόματα όλων των μελών του Ανωτάτου Οίκου. Τους αγαπούσε όλους πραγματικά, με μια παιδιάστικη αφοσίωση, προπάντων τον Κάιζερ, που ήταν καλοσυνάτος και ψηλός, μεγαλοπρεπής και δίκαιος, απείρως μακριά και ταυτόχρονα πού κοντά και ιδιαίτερα προσηνής προς τους αξιωματικούς του στρατεύματος. Με τους ήχους της στρατιωτικής μουσικής θα μπορούσε να πεθάνει κανείς αγόγγυστα γι' αυτόν, και ακόμα πιο εύκολα με το εμβατήριο Ραντέτσκυ. Οι φτερωτές σφαίρες σφύριζαν στο ρυθμό της μουσικής γύρω από το κεφάλι του Καρλ Γιόζεφ, το καλογυαλισμένο σπαθί του αστραποβολούσε, και, με την καρδιά και το νου πλημμυρισμένα απ' τη χαριτωμένη ελαφράδα του κομματιού, το αίμα του άρχισε να στάζει, σχηματίζοντας μια λεπτή, σκούρα κόκκινη κλωστούλα, πάνω στο αστραφτερό χρυσό των πνευστών, το βαθύ μαύρο των τυμπάνων και το νικηφόρο ασημί των κυμβάλων."
(Joseph Roth "Το εμβατήριο Ραντέτσκυ", μεταφ. Δ. Δημοκίδης, εκδόσεις Ροές, 2009)

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

"Σ' Ουρανό και Γη"

 

«Η Βίβιαν είχε δίκιο˙ ακόμη κι αν είχαν πλύνει τις χορδές στο πλυντήριο, δεν θα έβγαζαν τόσο στεγνό, αμβλύ και υπόκωφο ήχο. Ωστόσο, για να παραστήσω τον σοβαρό, έπαιξα ένα κομμάτι από το έργο του Αγκουστίν Μπάρος Μανγκορέ με τίτλο La Catedral, μια ευχάριστη ακολουθία γοργών κλιμάκων και αρπισμάτων που μου βγήκε πολύ καλά, παρά τη συγκινησιακή φόρτιση και τα παγωμένα μου δάχτυλα. Το μάτι της μικρής θεάς άρχισε να γυαλίζει. Έβλεπα στο πρόσωπό της μια φανατική οπαδό της κιθάρας. Όσοι αγαπούν αυτό το όργανο αποτελούν ξεχωριστή ράτσα και αναγνωρίζονται μεταξύ τους όπως οι Εσκιμώοι. Άφησα την κιθάρα. Δεν τολμούσα να πω στους γονείς ότι το καλύτερο που είχαν να κάνουν ήταν να τη γεμίσουν χώμα και να φυτέψουν στο ηχείο της ένα γεράνι: θα ήταν θαυμάσιο.»
(Rene Belletto «Σ’ Ουρανό και Γη», μεταφ. Φ. Μίτλεττον, εκδόσεις Πόλις, 2011)


Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

"Μια ανάσα"


«Πίναμε. Κάποια στιγμή η παρέα της έφυγε. Η κοκκινομάλλα έμεινε μαζί μου. Γύρω στις τρεις ήμασταν οι μόνοι πελάτες. Της πρότεινα να ‘ρθει σπίτι μου. Δέχτηκε. Αρχίσαμε τα φιλιά από την είσοδο της πολυκατοικίας, στο ασανσέρ ήμασταν ήδη μισόγδυτοι. Τόσο μεθυσμένοι. Ξάπλωσε στο κρεβάτι μου, γυμνωθήκαμε τελείως. ¨Μια στιγμή¨, της είπα.  Πήγα στον υπολογιστή κι έβαλα στο γιουτιούμπ τη μελωδία του Λιστ, αλλά στο αθόρυβο. Κάναμε έρωτα και την άκουγα στο μυαλό μου, σαν σε λούπα, σαν να βρίσκομαι σ’ ένα δάσος με έλατα και πάνω απ’ τις σκοτεινές κορφές τους, στον ουρανό, παντού γκρίζα σύννεφα.»
(Γιάννης Παλαβός, «Αστείο», εκδόσεις Νεφέλη, 2012)