Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δαγκωνιές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δαγκωνιές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

"Όταν βλέπεις το καπέλο ενός μπουρζουά, ίσως να κρύβει εναν βόα μέσα του."

Από όλα τα γαλλόφωνα βιβλία του τελευταίου αιώνα, «Ο μικρός πρίγκιπας», του Σεντ Εξιπερί είναι το προσφιλέστερο ανάγνωσμα στις περισσότερες γλώσσες.
Αυτό το γεγονός είναι πολύ περίεργο καθώς τα νοήματα του βιβλίου-ο στόχος και η πρόθεσή και οι αξίες-είναι αρκετά αδιαφανή ακόμη και σήμερα 75 χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση.
Για την ακρίβεια, ενώ έγινε δεκτό σαν μια απαραίτητη και όμορφη παραβολή, σάστισε και μπέρδεψε τους αναγνώστες .Από τους πρώτους σχολιαστές του βιβλίου μόνο η P.L.Travers,η οποία – με μια συμμετρία που κάνει τον «άπιστο» να τρέμει-είχε γράψει ένα ανάλογο μύθο για την Αγγλία, στη σειρά των βιβλίων Μαίρη Πόπινς, αντιλήφθηκε τις διαστάσεις και την σημασία του.
Συν το χρόνο βέβαια, η «ψήφος» των αναγνωστών μετέβαλε την παραπάνω διαπίστωση, το κλασσικό είναι κλασσικό.
Βέβαια άλλαξε τη διαπίστωση αλλά δεν άλλαξε την ουσία.
Φέτος υπάρχει μια αναζοπύρωση της προσοχής προς το έργο αυτό που συμπεριλαμβάνει και την έκθεση των αυθεντικών σχεδίων του Εξιπερί ,στην Morgan Library and Museum,στη Νέα Υόρκη. Παρόλα αυτά, είμαστε άραγε λίγο πιο κοντά στο να διεισδύσουμε στον βασικό γρίφο: Σε τι πράγμα αναφέρεται ο Μικρός πρίγκιπας;
Όλοι γνωρίζουν τον ιστό της υπόθεσης:ένας πιλότος, πέφτει στην έρημο ,συναντάει ένα περίεργο νεαρό άτομο, ούτε άντρα ούτε αγόρι ,το οποίο όπως αποδεικνύεται έχει έρθει από ένα μακρινό, μοναχικό αστεροειδή όπου κατοικεί με μοναδικό σύντροφο, ένα τριαντάφυλλο.
Το τριαντάφυλλο τον στεναχώρησε τόσο ώστε με τη βοήθεια ενός σμήνους πουλιών ταξίδεψε σε άλλους πλανήτες. Καθοδηγητές του μια σοφή, πονηρή αλεπού κι ένας μοχθηρός άγγελος θανάτου, το φίδι.
Παίρνει πολλά χρόνια και πολλές αναγνώσεις για να καταλάβει κανείς ότι πρόκειται για μια πολεμική ιστορία. Όχι τόσο για μια αλληγορία ,για τον πόλεμο ,όσο για ένα μύθο όπου τα συναισθήματα σύγκρουσης, απομόνωσης, φόβου και αβεβαιότητας, μετριάζονται κι ανακουφίζονται από τον εσωτερικό λόγο και την αγάπη.
Αλλά ο Μικρός πρίγκιπας είναι και κυριολεκτικά μια πολεμική ιστορία καθώς τα πάντα στο στήσιμο της σχετίζονται όχι μόνο με τη έφοδο αλλά και με την περίεργη ήττα της Γαλλίας, με την εμπειρία του Βισύ και την κατοχή.
Η αίσθηση της ταπείνωσης, της σύγχυσης μπροστά στον αφανισμό οδήγησε τον Εξιπερί στη δημιουργία ενός μύθου αφηρημένων ιδεών που στέκονται απέναντι σε συγκεκριμένες αξίες.
Σε αυτή του την προσπάθεια εναρμονίζεται ,ασυναίσθητα, με άλλους ποιητές σπουδαίους, σημαδεμένους από τις απώλειες του πολέμου όπως τον Σάλιντζερ ,που στο μεταπολεμικό του δημιούργημα: For Esme-with love and squalor ,η ηθική κατάπτωση αντιμετωπίζεται μόνο από τον λόγο ενός παιδιού και τον Καμύ, που από την εμπειρία του πολέμου αποκόμισε την δέσμευση για αέναη μάχη ανάμεσα στην ατομική ευτυχία και την ασθένεια της αφηρημένης σκέψης εννοώντας την πράξη αποστασιοποίησης της καθαρής συγκίνησης από την κανονική ζωή.
Χάρη στη στιβαρή βιογραφία του Εξιπερί απ την Stacy Schiff, γνωρίζουμε καλά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε ο Μικρός πρίγκιπας.
Ο συγγραφέας δραπέτευσε από την Ευρώπη προς μια στενάχωρη ,και γλωσσικά μονομερή εξορία στη Βόρειο Αμερική όπου μπλέχτηκε σε έναν έντονο αγώνα με άλλους εξόριστους και αντιστασιακούς σε ομάδες.(Υποτιμούσε το Ντε Γκωλ ,για τον οποίο λανθασμένα θεωρούσε ότι κινητοποιούσε τους Γάλλους εναντίον των Γάλλων, παρά εναντίον τω Γερμανών)…κι έτσι ο πλέον αγαπητός γαλλικός μύθος, γράφτηκε στο Μανχάταν και το Λονγκ Άϊλαντ.
Το σκηνικό της ερήμου στο βιβλίο ο Εξιπερί το έζησε σαν εικόνα όταν ήταν αγνοούμενος κι έμεινε μια εβδομάδα σε μια αραβική έρημο, το 1935.Τα αισθήματα του της απομόνωσης, των παραισθήσεων, της σκιάς του θανάτου αλλά και της περιρρέουσας ομορφιάς είναι διακριτά στις σελίδες του Μικρού πρίγκιπα.
Η ιστορία αγάπης με το ρόδο έχει τις ρίζες της στη θυελλώδη σχέση του με τη γυναίκα του Κονσουέλο. Το τριαντάφυλλο έχει τα χαρακτηριστικά της το βήχα, το ότι δείχνει ανυπεράσπιστη ,και τις αιφνίδιες λιποθυμίες της.(η Schiff μας μιλάει για το δημόσιο θρήνο της Κονσουέλο στο δικό της αστεροειδή, το τραπέζι της ,στη γνωστή μπρασερί Lipp,ενώ ήταν αγνοούμενος το 1935).


Η έρημος και το τριαντάφυλλο. Η ζωή του σαν τολμηρού αεροπόρου και σαν μπερδεμένου εραστή υπήρξαν η έμπνευσή του. Αλλά ανάμεσα σε αυτές τις δύο εμπειρίες αν τις συμπιέζαμε η γραμμή που θα τις χώριζε θα ήταν ο πόλεμος. Στο βαθύτερο- είναι- του, είχε βιώσει τη απώλεια της Γαλλίας ως την απώλεια του «νοήματος».Η έρημος της παράλογης ήττας ήταν από μόνη της πιο περίπλοκη από την έρημο της Λιβύης. Τίποτα από εδώ και μπρος δεν θα είναι ορθολογικό .Ο πόλεμος του Εξιπερί όπως ο ίδιος τον βίωσε ήταν τιμητικός για τον ίδιο ,πέταξε με την GR//33.
Στρατιωτική μοίρα του Arme de l’air. Μετά την πικρή ήττα, δραπέτευσε από την Ευρώπη όπως πολλοί Γάλλοι πατριώτες και έφτασε μέσω Πορτογαλίας στη Νέα Υόρκη την τελευταία μέρα του 1940.Αλλά για όποιον το έζησε στο πετσί του αυτό που έκανε την απώλεια ιδιαίτερα τραυματική ήταν η αίσθηση ότι τα θεμελιώδη στηρίγματα του Γαλλικού πολιτισμού ,όχι απλώς ο στρατός, είχαν μπει στο μικροσκόπιο των θεών, πριν καταρρεύσουν με βία.
Αναζητώντας τις αιτίες της κατάρρευσης ,τα πιο έντιμα κι αξιοσέβαστα μυαλά Marc Bloch και Camus ανάμεσά τους, θεώρησαν ότι το σφάλμα εντοπίζεται στη γαλλική «έξη» στην αφηρημένη σκέψη.
Η γαλλική παράδοση που μετακινούσε, κι ακόμη μετακινεί τα χειροπιαστά προβλήματα για συγκεκριμένα θέματα σε ένα παράλληλο «χάρτινο» σύμπαν όπου ο γενικός θεωρητικός προβληματισμός –το εννοιολογικό κατασκεύασμα -είναι αυτό που έχει περισσότερη σημασία.
Ασφαλώς ένας τρόπος για να ανταποκριθεί κανείς στην καταστροφή θα μπορούσε να ήταν μια νέα σειρά από αφηρημένες έννοιες, ώστε να αντικαταστήσουν αυτές που ήταν κυρίαρχες.
Ωστόσο μια πιο ανθρωπιστική απάντηση ήταν η εμπλοκή στην αέναη μάχη εναντίον όλων αυτών των αφαιρετικών ερμηνειών που μας απομακρύνουν από τη ζωή όπως είναι.
Ο ηρωϊκός Bloch το τοποθετεί καλύτερα:
Το πρώτο μέλημα της «πραμάτειας» μου (της ιστορίας και των ανθρωπιστικών σπουδών) δεν είναι άλλο από την αποφυγή μεγαλόστομων, αφηρημένων ,όρων. Οι ιστορικοί θα πρέπει να ανησυχούν διαρκώς με το θέμα της αναζήτησης του απτού και του συγκεκριμένου πίσω από το άδειο και το θολό- αφηρημένο. Με άλλα λόγια είναι στο χέρι των ανθρώπων κι όχι των δομών να είναι σε επιφυλακή.
Ακούγεται λίγο σαν ένα λειψό ηθικό δίδαγμα για να αποκομίσει κανείς από την ολέθρια εμπειρία του πολέμου. Αλλά δεν ήταν απλά διανοουμενίστικο το συμπέρασμα, το μανιφέστο ενός ερασιτέχνη, ειρηνοποιού.
Σε ένα καθαρά τακτικίστικο, πολεμικό επίπεδο η ανάγκη για το αφηρημένο θα σήμαινε την ανάγκη να καταστεί φετίχ το φιξαρισμένο ,η συστηματική επίλυση σε αντίθεση προς την ρευστότητα και την έλλειψη επινοητικότητας.
Η γραμμή Μαζινό ήταν μια έκφανση του αφηρημένου σε αντικατάσταση μιας ευέλικτης στρατηγικής και κοινής λογικής. Θυμάται κανείς το σχόλιο του Πικάσο προς τον Ματίς όταν το 1940 αναρωτήθηκε για τους Γάλλους στρατηγούς και το τι κάνουν τελικά…Οι στρατηγοί μας ,είπε ο Πικάσο είναι σαν τους καθηγητές της Σχολής Καλών Τεχνών…πρόσωπα που χαρακτηρίζονται από φορμαρισμένους ρόλους από έλλειψη ικανότητας εποπτείας και από μονομανία στην παράδοση, ακαδημαϊκοί καλλιτέχνες.
Από ένα βίωμα τόσο ταπεινωτικό και συντριπτικό –μια εμπειρία που μετέτρεπε ένα ον με παρελθόν και πεπρωμένο σε ένα κωδικό και κατόπιν σε θύμα ,ο Εξιπερί επεδίωξε να σώσει το πρόσωπο, όχι τη στατιστική. Το βιβλίο μεταφέρεται από έναν αστεροειδή στην έρημο από το μύθο και την κωμωδία προς την αινιγματική τραγωδία με σκοπό να φτάσει στην ουσία :δεν μπορείς απλά να αγαπάς τα τριαντάφυλλα. Μπορείς να αγαπήσεις μόνο ένα τριαντάφυλλο.

                                                                             Adam Gopnick, "The New Yorker"


  • Μικρός Πρίγκιπας, μτφ Μελίνα Καρακώστα, εκδ. Πατάκη
  • Μικρός Πρίγκιπας, μτφ Στρατής Τσίρκας, εκδ. Ηριδανός




Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Marvin Gaye "Here, My Dear" (1978)

 "Υπήρχε τρομερή αγάπη μεταξύ μας και μια τρομερή ανάγκη του ενός για τον άλλο. Αλλά δε θα μπορούσε κανείς να με ελέγξει - ούτε σύζυγος, ούτε ατζέντης, ούτε δισκογραφική εταιρεία. Γεννήθηκα κριάρι και επαναστάτης."
Marvin Gaye





Ήταν 1975, και ο Marvin Gaye βρισκόταν στο απώγειο της καριέρας του. Τα προηγούμενα χρόνια είχε κυκλοφορήσει μια σειρά υπέροχων δίσκων, αλλάζοντας την soul μουσική: "What's Goin' On" (1971), "Trouble Man" (1972), "Let's Get It On" (1973), "I Want You" (1976). Συγχρόνως, είχε υπογράψει το μεγαλύτερο, μέχρι τότε, συμβόλαιο μαύρου καλλιτέχνη, αποκτώντας και καλλιτεχνικό έλεγχο στο υλικό του. Θα μπορούσε να ζητήσει κάτι παραπάνω;
Στην προσωπική του ζωή τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Η γυναίκα του Anna, αδελφή του ιδρυτή της Motown Berry Gordy, ζήτησε διαζύγιο και συγχρόνως διατροφή για τον υιοθετημένο γιο τους. Ο Gaye, έχοντας καταναλωτικό εθισμό (ξόδευε αλόγιστα σε σπίτια, αυτοκίνητα), αδυνατούσε να ανταποκριθεί και, όπως σε πολλές περιπτώσεις, η υπόθεση οδηγήθηκε στο δικαστήριο. Μετά από σκληρές αντιπαραθέσεις και ακροάσεις στις οποίες ο Marvin Gaye δεν εμφανιζόταν καν, κατέληξαν σε συμβιβασμό. Σαν αποζημίωση, η πρώην γυναίκα του θα έπαιρνε τα μισά χρήματα από τα δικαιώματα του επόμενου album του.
Η πρώτη προσέγγιση του καλλιτέχνη, που είχε στο μεταξύ εθιστεί στην κοκαϊνη, ήταν χαλαρή. Σκόπευε να "ξεπετάξει" τον δίσκο και να προχωρήσει παρακάτω. "Γιατί να ζοριστώ, όταν η Άννα θα πάρει τα χρήματα έτσι κι αλλιώς;". Καθώς η διαδικασία σύνθεσης-ηχογράφησης του υλικού γαι τον δίσκο προχωρούσε, το αποτέλεσμα ήταν πολύ πιο βαθύ, σκοτεινό και παθιασμένο. "Χρωστούσα στο κοινό μου, ό,τι καλύτερο."
Το αποτέλεσμα ήταν ένας διπλός δίσκος, που αποτύπωνε όλα τα συναισθήματα του Marvin Gaye εκείνη την περίοδο και όλες τις εντάσεις στην ζωή του. Πόνος, θυμός, αγάπη, αισιοδοξία, θλίψη, όλα υπάρχουν εδώ. Ακόμα και στο εικαστικό μέρος του album είναι προφανές: Στο εξώφυλλο υπάρχει η επιγραφή "Love and Marriage", στο οπισθόφυλλο το "Pain and Divorce". Πολύ εύγλωττο είναι και το εσωτερικό του εξωφύλλου, "Judgement".


Στον δίσκο περιγράφεται η γνωριμία του Marvin με την Anna, ο γάμος τους και η αποξένωση του ζευγαριού: "Do you take this woman to be your lawful wedded wife? I do, yes I do darlin' ...then time would change you, as time would really change me". Ο θυμός και πόσο άσχημα ένιωθε γι αυτόν: "Anger can make you sick ...destroys your soul ...we often say a lot of things wish we'd never said.". Η διαμάχη του διαζυγίου: "the judge said she got to keep on living the way she accustomed to, she trying to break a man, i don't understand." Η αγάπη του για την Άννα: "She's a child of the sun, lovingest one of all, and this is Anna's song." Η απόφαση να αλλάξει: "Blowin' coke all up my nose, gettin' in and out my clothes, foolin' round with midnight ho's, but that chapter of life's closed." Υπάρχει και η αισιοδοξία για το μέλλον και η υπόσχεση μιας νέας αγάπης: "I'm falling in love again ...she's pretty outside and in, I tried not to let my heart step in, but what could I do when somebody real comes in". Όλα αυτά περιστρέφονται γύρω από το κεντρικό τραγούδι του δίσκου, το ΅When Did You Stop Loving Me, When Did I Stop Loving You": "We tried a million times ...pretty birds fly away, I had to leave you for my health's sake", "If you ever loved me with all your heart, you'd never take one million dollars to part", "Still I remember some of the good things baby, of love after dark and picnics in parks".
Το αποτέλεσμα ακούγεται και τελικά είναι, μια εξομολόγηση του καλλιτέχνη, ένας φόρα-παρτίδα απολογισμός του έγγαμου βίου του, πράγμα που δεν άρεσε καθόλου στην πρώην γυναίκα του, η οποία σκέφτηκε να τον μηνύσει για παραβίαση της προσωπικής της ζωής. Ο δίσκος δεν πήγε καθόλου καλά εμπορικά, όντας ο λιγότερο επιτυχημένος δίσκος του Marvin Gaye για την δεκαετία του 70. Ούτε, ομως, και οι κριτικοί τον εκτίμησαν, παρά πολύ αργότερα. Τώρα πια θεωρείται ένας από τους καλύτερους δίσκους του και σαφέστατα ο πιο προσωπικός. Το ζευγάρι συμφιλιώθηκε χωρίς, βέβαια, να ξαναπαντρευτεί, στις αρχές της δεκαετίας του 80, λίγα χρόνια πριν τον τραγικό θάνατο του Marvin.


Το "Here, My Dear" κυκλοφορεί σε μονό CD, διπλό CD και διπλό LP με τιμές 9,00€, 13,90€ και 30,90€  αντίστοιχα. Διαθέσιμο υπάρχει και το μεγαλύτερο μέρος της δισκογραφίας του Marvin Gaye.



Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Η λογοτεχνία στην κρίση

Από την ενότητα έργων του Travis Louie "Curious Pets"
Για να μιλήσουμε για τη λογοτεχνία στην κρίση, καλό θα ήτανε, θεωρώ, ν’ αρχίσουμε προσπαθώντας να νοηματοδοτήσουμε τις δύο λέξεις, “λογοτεχνία” και “κρίση”, μιας και ζούμε σε μιαν εποχή τόσο δυναμική, και με τόσο πυκνές ανατροπές, που όλα, σχέσεις, νοήματα, σημαίνοντα και σημαινόμενα, μοιάζουν να βρίσκονται σε μια συνεχή, εφιαλτική ή γοητευτική περιδίνηση.
Όπως λέει μια φίλη μου, οι μισοί Έλληνες γράφουν και οι άλλοι μισοί, δεν διαβάζουν. Πληθώρα τίτλων περνάει κάθε χρόνο από τις εκτυπωτικές μηχανές, παρά την, σχεδόν, καθίζηση που έχει σημειωθεί στον χώρο του βιβλίου. Είναι λοιπόν, μπορεί να είναι, λογοτεχνία κάθε τι που γράφεται; Ποια είναι αυτή η “τέχνη του λόγου” που καθορίζει τον “λογοτέχνη” από τον “μη λογοτέχνη”, τον απλώς “γράφοντα”, τον απλώς έχοντα ανάγκη “να τα πει”; Ποια κριτήρια θα δεχτούμε για να σταθούμε μπροστά σ’ αυτήν την ερώτηση;
Ο καθορισμός των κριτηρίων αυτών, που τελικά θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό και την απάντηση, είναι κατά τη γνώμη μου, μια επιλογή καθαρά πολιτική, με ότι συμπεριλαμβάνει ο όρος, και κυρίως την πολιτική ηθική. Είναι το γνωστό, σερνάμενο επί γενεές, θέμα των διανοούμενων. Όπως επίσης, είναι και το γνωστό ρητό, πως “σ’ αυτή τη χώρα είσαι ό,τι δηλώσεις”.
Σε ό,τι, τώρα, αφορά στον ορισμό της κρίσης, ακριβώς επειδή η απάντηση είναι ποικιλοτρόπως πολύπλοκη και σύνθετη, καθίσταται την ίδια στιγμή, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικά πιο απλή, αν δεχτούμε, πως “κρίση” είναι για τον καθένα μας, η καθημερινότητα που βιώνει. Γιατί, ναι, κρίση είναι οι μη μετρούμενες πια αυτοκτονίες, κρίση είναι η πολλαπλή επίθεση στην κοινωνία, κρίση είναι οι άστεγοι, τα παιδιά που λιποθυμούν στα σχολεία, οι νεκροί απ’ τα μαγκάλια, αλλά... όλα αυτά ο καθένας τα βιώνει διαφορετικά, τα βιώνει μέσα από το πρίσμα των προσωπικών του ευαισθησιών, αλλά και –ας μην το ξεχνάμε- της κατάστασης της τσέπης του.
Υπάρχει, λοιπόν, στο χώρο μια άποψη, που υποστηρίζει πως με την κρίση, κάτι καινούργιο έχει αρχίσει να γεννιέται, πως οι πνευματικές και καλλιτεχνικές αναζητήσεις βρίσκουν διεξόδους σε σχήματα εφευρετικά, πως είναι πλέον φανερή μια δημιουργική δυναμική σε κατεύθυνση ανατρεπτική. Είναι η αισιόδοξη άποψη. Πολλοί χαίρονται μ’ αυτήν. Άλλους, που πιθανόν πεινούν, ή χάνουν το σπίτι τους, πιστέψτε με, παντελώς τους ενδιαφέρει. Και ειδικά αν η συμμετοχή τους σε όλο αυτό το δημιουργικό γίγνεσθαι περνάει μέσα από ένα αντίτιμο, ένα εισητήριο, ας πούμε, για ένα θέαμα, ή την αγορά ενός βιβλίου.
Νομιμοποιείται, όμως, η ανάγκη να μηδενίζει τη δημιουργία; Σαφώς όχι. Το ζητούμενο είναι να βρεθεί το σημείο που το ένα στηρίζει το άλλο. Και για να γίνει αυτό, θα πρέπει η μεν ανάγκη, να έχει επίγνωση πως είναι μια κατάσταση συλλογική, κοινωνική και όχι ατομική –πράγμα που είναι εξαιρετικά δύσκολο μέσα στην εγωπαθή, ατομοκεντρική συνείδηση που έχει αναπτυχθεί τις τελευταίες δεκαετίες, και που δεν εξαιρεί πολλούς παρεπιδημούντες στην αριστερά-, η δε δημιουργία, που στη λογοτεχνία είναι, εξ ορισμού, μια διαδικασία μοναχική, να βρει τον τρόπο να συγκεράσει την αγωνία του δημιουργού με την συλλογική, κοινωνική αυτή κατάσταση. Τότε, πιστεύω, έχει νόημα η δημιουργία –γενικώς- και η λογοτεχνία στις μέρες μας.
Κι αυτά, με την επιφύλαξη της εν θερμώ κατανόησης, γιατί θεωρώ πως είναι πολύ δύσκολο να κατανοήσεις, αποκωδικοποιήσεις και επεξεγαστείς τι, πραγματικά, συμβαίνει γύρω σου, την ώρα που το ζεις, την ώρα που εμπλέκεσαι προσωπικά.
Ας επανέλθουμε όμως, τώρα, στη “λογοτεχνία” και τους “λογοτέχνες”. “Συγγραφείς”, θα προτιμούσα, αφού άλλο τόνα κι άλλο τ’ άλλο, και σίγουρα, δεν είναι όλοι οι συγγραφείς και λογοτέχνες. Μακριά από μένα η έπαρση του να δώσω άλλον ορισμό, σε ό,τι αφορά το πρώτο, εκτός απ’ αυτό που λέει η ίδια η λέξη. Δικαιούμαι, όμως, νομίζω, όπως και κάθε άνθρωπος, να έχω μιαν άποψη για τον “λογοτέχνη” στην περίοδο της κρίσης, αφού σαν τέτοιος εκτίθεται, όπως εκτίθεμαι κι εγώ, έστω κι αν αποποιούμαι τον τίτλο.
Γιατί κάθεται, σήμερα, να γράψει ένας άνθρωπος; Οι λόγοι, νομίζω, που τον ωθούν, δεν έχουν αλλάξει, είτε έχουμε κρίση, είτε όχι. Και είναι γνωστοί, κάποιοι από αυτούς δεν είναι και οι κολακευτικότεροι, αλλά ας δεχτούμε τις καλές προθέσεις. Άρα η γενεσιουργός σχέση συγγραφέα – κειμένου, δεν έχει μεταβληθεί με την κρίση.
Κι ύστερα, έρχεται το επόμενο ερώτημα, κι αυτό ήταν που με βασάνιζε όταν ένοιωθα πως έφτανα προς το τέλος των “Μπλουζ του Αγίου Παντελεήμονα”. Έχει λόγο αυτόνομης ύπαρξης αυτή η δουλειά μου; Δηλαδή αξίζει, το κέφι, ή τα άγχη, η μαυρίλα η δικιά μου, να γίνουν βιβλίο; Παρά την παρότρυνση φίλων που τους το είχα δώσει, έτσι, για μια πρώτη γνώμη, το ερώτημα αυτό ήταν η μεγάλη μου αγωνία. Πιστεύω πως για να μιλήσεις –με όρους έκδοσης βιβλίου- πρέπει, τουλάχιστον, να έχεις κάτι να πεις, που να αφορά περισσότερο κόσμο, κι όχι μόνο να τον αφορά, αλλά να έχει κάτι να του προτείνει, να του προσθέσει. Και πρώτα απ’ όλους, αυτό το τηρώ για τον εαυτό μου. Δεν υποτιμώ το “κάτι” κανενός, αλλά νομίζω, ξέρω, πως ο πιο αυστηρός κριτής μας είναι ο εαυτός μας. Δεν θα πλήρωνα ποτέ, ας πούμε, από την τσέπη μου, για να εκδώσω ένα βιβλίο, και όχι μόνον τώρα που τα οικονομικά είναι στεγνά και δεν υπάρχει μία, αλλά και παλιότερα, που ήταν ανθηρά. Χίλιες φορές να μην έβγαινε ποτέ, αν ήταν να εκβιάσω την έκδοσή του μόνο και μόνο για να ικανοποιήσω την ματαιοδοξία μου.
Γιατί αν έβγαινε με τέτοιους όρους, ήδη η αλήθεια του θα ήτανε –για μένα- λειψή. Κι επειδή, νομίζω, και στην λογοτεχνία, όπως στην αρχιτεκτονική, αλλά και σε κάθε αισθητική ή άλλη προσέγγιση της ζωής, όμορφο είναι ό,τι είναι -τουλάχιστον- αληθινό, αυτή η λειψή αλήθεια θα το ασχήμαινε στα μάτια μου.
Αφού λοιπόν η σχέση συγγραφέα - κειμένου δεν έχει μεταβληθεί, και αφού θεωρούμε πως το βιβλίο –στο σύνολο της διαδρομής του μέχρι να εκδοθεί- είναι η αλήθεια του συγγραφέα, τότε νομίζω πως είναι καλύτερα να μιλάμε για “λογοτέχνες (ή καλύτερα συγγραφείς) στην κρίση”. Και κάτω από αυτό το πρίσμα, λοιπόν, μπορούμε να προσεγγίσουμε το θέμα μας, πολύ πιο κατανοητά.
Γιατί οι “λογοτέχνες”, και δεν βγάζω τα εισαγωγικά, είναι άνθρωποι, όπως ακριβώς όλοι οι άλλοι, τίποτα το ξεχωριστό, και σαν τέτοιοι βιώνουν την κρίση ο καθένας με τον δικό του προσωπικό τρόπο. Άλλος έχασε τα πάντα, άλλος ακόμα κουτσοβολεύεται κι άλλος είναι ακόμα περίφημα. Άλλος έχει ενταχθεί σε μια συλλογικότητα κι αγωνίζεται, άλλος κάθεται ακόμα βολεμένος στον καναπέ του, κι άλλος είναι μέσα στη μαύρη κατάθλιψη, στάσεις όλες αποδεκτές. Κι ο καθένας, με την δύναμη που έχει αντιμετωπίζει την αλήθεια του και είναι γενναίος μαζί της, να την βγάλει, να βγάλει τα σωθικά του στο φως ή να παίζει πίσω της κρυφτούλι.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο η κρίση έχει συντελέσει, ώστε αυτοί που η ζωή τους έχει αλλάξει, να βλέπουν πια την διαχρονική πραγματικότητα με άλλα μάτια. Και την αλήθεια τους με άλλα μάτια. Και να την τραγουδάνε με άλλα λόγια. Δεν άλλαξε η λογοτεχνία με την κρίση. Οι άνθρωποι και η ζωή μας άλλαξε. Και με αυτόν τον όρο, θεωρώ, μπορούμε να μιλήσουμε για λογοτεχνία της κρίσης.
Και προσωπικά, τουλάχιστον εγώ αυτό το καταλαβαίνω σαν μια ανάγκη έκφρασης που βάζει στην άκρη τους ναρκισσισμούς του δημιουργού και ξαναφέρνει στο επίκεντρο, εκείνο, τον για χρόνια ξεχασμένο στίχο του ποιητή, “εμείς δεν τραγουδάμε, για να ξεχωρίσουμε, αδερφέ μου, απ’ τον κόσμο, εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε με τον κόσμο”.

                                                                                             Κώστας Ποντικόπουλος


Το πρώτο βιβλίο του Κώστα Ποντικόπουλου "Τα Μπλουζ του Αγίου Παντελεήμονα", κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Εύμαρος.

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Beatles "Yesterday and Today", η ιστορία ενός εξωφύλλου

"the butcher cover"
Στις αρχές του 1966, ο φωτογράφος Robert Whittaker τραβάει μια σειρά φωτογραφιών με τους Beatles, για ένα προτζεκτ με τον τίτλο "Μια περιπέτεια υπνοβασίας". Σε αυτό το session, τα "Σκαθάρια", ποζάρουν φορώντας ποδιές χασάπη, πάνω στις οποίες υπάρχουν κομμάτια ωμό κρέας και διαμελισμένες πλαστικές κούκλες.
Οι Beatles κουρασμένοι από τις συνηθισμένες φωτογραφήσεις, συμμετείχαν μάλλον με ευχαρίστηση. Αρχικά, οι φωτογραφίες, δεν προορίζονταν για εξώφυλλο δίσκου, αλλά μετά την επιμονή του Paul McCartney, που φέρεται να έχει πει ότι αυτό ήταν το σχόλιό τους για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, μία από αυτές καταλήγει στην πρόσοψη του "Yesterday and Today".
Αρχικά τυπώθηκαν 750,000 αντίτυπα του δίσκου. Με την κυκλοφορία του δίσκου, άρχισαν οι αντιδράσεις. Οι Lennon και McCartney αμύνθηκαν τις επιλογής του εξωφύλλου, αλλά ο Harrison (που έγινε βετζετέριαν) δεν είχε την ίδια άποψη: "Η ιδέα ήταν χοντροκομμένη και ηλίθια. Μερικές φορές κάναμε πράγματα που νομίζαμε κουλ, αλλά ήταν βλακώδη. Ένα από αυτά ήταν και αυτό."
Η εταιρεία τους (Capitol) αναγκάστηκε να αποσύρει αμέσως τους δίσκους. Η πρόθεση ήταν να καταστραφούν, και με κάποιους έγινε όντως έτσι, αλλά επειδή η ποσότητα ήταν μεγάλη, άρχισαν να κολλάνε νέα εξώφυλλα πάνω στα ήδη τυπωμένα. Η πληροφορία διέρρευσε και όταν οι δίσκοι ξαναβγήκαν στην αγορά με το νέο εξώφυλλο, οι αγοραστές προσπαθούσαν να αποκαλύψουν την καλλυμένη φωτογραφία, ξεκολλώντας τη νέα, με καταστροφικά συνήθως αποτελέσματα. Με τον καιρό, αφού η συλλεκτική αξία του πρώτου εξωφύλλου εκτινάχθηκε στα ύψη, επινοήθηκαν διάφορες "τεχνικές ξεκολλήματος".
Ο πρώτος δίσκος πουλήθηκε σε συλλέκτη το 1974 για $457. Αργότερα, η αξία ανέβηκε με αποκορύφωμα μια δημοπρασία το 2006. Ένα σφραγισμένο αντίτυπο έπιασε $39,000!
Το LP αυτό δεν κυκλοφόρησε ποτέ στην Αγγλία, αφού περιείχε τραγούδια από τα: "Help!", "Rubber Soul", "Revolver" (που δεν είχε κυκλοφορήσει ακόμα) και ολόκληρο το single "Day Tripper/We Can Work It Out". 
Για την ιστορία, όλη αυτή η απόσυρση-αλλαγή του εξωφύλλου κόστισε στην δισκογραφική εταιρεία $250,000.

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Remember Death


Οι συγγραφείς ξοδεύουν αμέτρητες ώρες στην απομόνωση, και κάποιοι στηρίζονται στα αγαπημένα αντικείμενα για να πάρουν θάρρος, να αισθανθούν ανακούφιση και συντροφιά. Ο Dickens, για παράδειγμα, είχε στο γραφείο του μια σειρά από μικρές φιγούρες, όπως μπρούτζινους βάτραχους και ένα πορσελάνινο πιθηκάκι, τοποθετημένες σε συγκεκριμένη σειρά.  Το γραφείο του Roald Dahl έβριθε από αναμνηστικά μεταξύ των οποίων υπήρχε και ένα δικό του οστό που του είχε αφαιρεθεί από επέμβαση μετά την πτώση του αεροσκάφους της RAF όπου επέβαινε κατά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.
Ο Don DeLillo πριν στρωθεί στο γράψιμο, κρατάει μια φωτογραφία του Μπόρχες, στο χέρι του…   χάνεται στο πρόσωπο του, «άγριο, τυφλό ,τα ρουθούνια του χάσκοντα»,δήλωσε στο Paris review. 
Όταν ζητήσαμε από το Russell  Banks ,του οποίου η νέα συλλογή διηγημάτων «A permanent member of family», κυκλοφορεί σήμερα να συνεισφέρει σε αυτή την έρευνα, διάλεξε να γράψει για το δικό του βραβευμένο μπιμπελό. Για πέντε δεκαετίες μοιράζεται το γραφείο του με έναν διακοσμητικό άγγελο από αυτούς που συναντάμε στα μνήματα. Η επιγραφή του, εντολή και υπενθύμιση ,υπήρξε έμπνευση σε όλη τη συγγραφική ζωή του Banks.
«Διάβασα τη φράση ,πενήντα χρόνια πριν σε ένα σκοτεινό και σκονισμένο μαγαζί με  μεταχειρισμένα έπιπλα στο Keene του New Hampshire, REMEMBER DEATH. Κεφαλαία. Ήταν χαραγμένη κάτω από κεφάλι ενός αγγέλου με μεγάλα μάτια και μισάνοιχτο στόμα ,γύψινου αγγέλου βγαλμένου από ταφόπλακα του τέλους του 17ου και τις αρχές του 18ου αιώνα. Θα το θυμόμουν ,αν είχα πληρώσει πάνω από δέκα δολάρια, καθώς  ήμουν νιόπαντρος ,δούλευα σαν μαθητευόμενος υδραυλικός και ζούσα μετρημένα».

 
Ήταν ένα ενθύμιο. Δε νομίζω ότι γνώριζα ακριβώς τι ήταν ,ένα ενθύμιο θανάτου,αν και μεγαλώνοντας στο New Hampshire και στην ανατολική Μασαχουσέτη είχα δει πολλά από αυτά σε παλιά νεκροταφεία κι εκκλησίες, κυρίως μου φαίνονταν σα δυσάρεστες υπενθυμίσεις του πουριτανισμού ,της τιμωρίας για κάποιο αμάρτημα, της φλόγας της κόλασης….περισσότερο ανατριχιαστικό παρά θρησκευτικό συναίσθημα Αυτό το 1963.
Ήμουν  ακραιφνώς       άθρησκος  και μαζί  με οτιδήποτε ήταν κόντρα στον πουριτανισμό. Αλλά κάτι σε αυτό το αντικείμενο με διαπέρασε. Σαν να μην είχα συνδέσει ποτέ αυτές τις λέξεις, σα να μην είχα εμβαθύνει στο νόημα της κάθε μιας ξεχωριστά, ή να μην είχα υπολογίσει αυτή την επιτακτική παρόρμηση . 

Και έπρεπε να το αποκτήσω και να το κουβαλήσω στο μικρό μας διαμέρισμα να το κρεμάσω πάνω από το γραφείο που δουλεύω έτσι ώστε κάθε φορά που θα κοίταζα ψηλά πάνω στον αγώνα μου να γράψω τα πρώτα ποιήματα και ιστορίες μου να το έβλεπα και να θυμόμουν το θάνατο. Το οποίο δεν είναι εύκολο να κάνεις όταν είσαι στην πρώτη νιότη, σε εξαιρετική φυσική κατάσταση, δεν έχεις ζήσει πόλεμο, δεν έχεις χάσει κάποιον δικό σου. Ακόμη και ο Jack Kennedy ήταν τότε ζωντανός και υγιής στην Washington D.C.
Διότι το να θυμάσαι το θάνατο είναι σαν να κοιτάς ταυτόχρονα σε δύο πλευρές όταν είναι να διασχίσεις το δρόμο και να ατενίζεις ταυτόχρονα παρελθόν και μέλλον. Δεν είναι ένα μια τάση, ένα κλείσιμο του ματιού για να σου θυμίσει κάτι. Είναι κάτι σαν τον τίτλο της αυτοβιογραφίας του Morrison. «Κανείς δεν θα βγει ζωντανός από εδώ». Όχι σε ένα δεύτερο επίπεδο, πέρα από το καθαρά προσωπικό, το pop ρομαντικό,  πέρα από την πολιτική, την ιστορία πέρα ακόμη από τη γενοκτονία και την τρομοκρατία φωνάζει μην ξεχνάς. Το πήρα σαν εντολή κι όχι σαν μια απλή υπενθύμιση.
Οι αρχαίοι βουδιστές προέτρεπαν ο ένας τον άλλον να θυμάται το θάνατο, και χωρίς αμφιβολία οι Χετταίοι έκαναν κατά κάποιο τρόπο το ίδιο. Οι homo sapiens που αφάνισαν τους Neanderthals,  ζωγράφισαν στους τοίχους των σπηλιών τους εικόνες ζωής και θανάτου.
Ίσως ακόμη και οι Neanderthals   να θυμόνταν το θάνατο αν και δεν υπάρχουν εικόνες να το επιβεβαιώνουν. Η επίταξη η ανάγκη να θυμάται κανείς το θάνατο είναι δεμένη με την ανθρώπινη συνείδηση. Πιθανόν γιατί είναι πολύ εύκολο να τον ξεχάσεις κυρίως σε πολιτισμούς όπως τον δικό μας όπου κάνουμε κάθε προσπάθεια να μην υπάρχει στον ορίζοντά μας οτιδήποτε σχετικό με αυτόν…ακόμη κι όταν αυτό είναι αδύνατο, μεταβάλουμε τη γλώσσα έτσι ώστε δεν αναγκαζόμαστε να λέμε… η μητέρα πέθανε, μπορούμε να πούμε κατέληξε. Η πλειοψηφία των Αμερικανών, πιστεύει στον παράδεισο στον οποίο μετοικούμε αφού «καταλήξουμε» κι εκεί έχουμε καλύτερους γείτονες κι ομορφότερα σπίτια. Μια μικρή μειοψηφία πιστεύει στην κόλαση και το μεγαλύτερο μέρος της θεωρεί  ότι δεν ανήκει εκεί….η κόλαση είναι για τους άλλους, κυρίως τους μη πιστούς ,συγκεκριμένα τους μη χριστιανούς.
 
Τον Ιανουάριο του 2013,επι τη ευκαιρία των επικείμενων εξηκοστών γενεθλίων μου, η γυναίκα μου, η κόρη μου και ο άντρας της και δυο παλιοί φίλοι μου, ανεβήκαμε στο Κιλιμάντζαρο. Ο ένας από τους φίλους ήταν ο Mark Saxe, χαράκτης και γλύπτης από το Νew Mexico. Εν αγνοία μου στα μισά της διαδρομής η γυναίκα μου ανέθεσε στον Mark να ξεκολλήσει ένα τραχύ κομμάτι γκρι γρανίτη ,αρκετά μεγάλο ώστε να καλύπτει ένα τάφο και να σκαλίσει επάνω του τις λέξεις REMEMBER DEATH.
Αρχές Μαρτίου λίγο πριν τα γενέθλια μου ένα μεγάλο ξύλινο κλουβί έφτασε σπίτι. Ζύγιζε 200 pounds και μου πήρε μία ώρα για να το ανοίξω. Η πέτρα έχει το μέγεθος ενός ξαπλωμένου λαμπραντόρ. Οι λέξεις έχουν χαραχτεί όμορφα με στοιχεία Times Roman.Υπάρχει η ημερομηνία της γέννησης μου ,όχι του θανάτου μου …πράγμα για το οποίο είμαι ευγνώμων.


Τα βιβλία του Russell Banks στα ελληνικά ΕΔΩ



                                                                                                            Joe Fassler
                                                                                                          (The Atlantic)

 
                            

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, τα γυμνά μοντέλα και ο Jimi Hendrix: μια ροκ ιστορία

Οδηγίες... εικονογραφημένες
Ένα από τα διασημότερα εξώφυλλα της rock μυθολογίας, είναι αυτό του κλασικού album των Jimi Hendrix Experience "Electric Ladyland". Η ιστορία ξεκίνησε όταν ο ίδιος ο Hendrix έστειλε στην δισκογραφική του εταιρεία επιστολή με συγκεκριμένες οδηγίες για το πώς θα έπρεπε να είναι το εξώφυλλο του δίσκου. Λέει συγκεκριμένα: "Αυτές είναι οι φωτογραφίες που θα θέλαμε να χρησιμοποιηθούν για το εξώφυλλο, προτιμότερο μέσα και πίσω, χωρίς τα λευκά πλαίσια που έχουν κάποιες ασπρόμαυρες φωτογραφίες, με τις περισσότερες τη μία δίπλα στην άλλη, σε διάφορα μεγέθη. Παρακαλούμε χρησιμοποιήστε τη φωτογραφία μας με τα παιδιά στο άγαλμα για το εμπρός ή πίσω εξώφυλλο και για την άλλη, εμπρός ή πίσω μεριά, του εξωφύλλου τρεις καλές δικές μας ασπρόμαυρες ή έγχρωμες φωτογραφίες."
Το κείμενο ήταν χειρόγραφο, σε επιστολόχαρτο του ξενοδοχείου Cosmopolitan του Colorado, και περιείχε ακόμα και σκίτσο του Hendrix για το "στήσιμο" του εξωφύλλου. Η φωτογραφία που ανέφερε είναι τραβηγμένη στο άγαλμα που αναπαριστά την "Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων" και βρίσκεται στο Central park της Ν. Υόρκης. Την φωτογραφία τράβηξε η Linda Eastman (αργότερα θα παντρευόταν των Paul McCartney). Στην κάτω μεριά της σελίδας ήταν τυπωμένες οι δυο λέξεις "yes sir!". Αρκετά ειρωνικό, όπως θα φανεί παρακάτω. 
Στην συνέχεια, ζητούσε από την εταιρεία να τυπώσει στο εξώφυλλο ένα κείμενο που είχε γράψει και το ονόμαζε "Letter to the room full of mirrors". Η εταιρεία, βρήκε προφανώς "συντηρητική", ή όχι "αρκετά rock" την πρόταση και κατέληξε στο εξώφυλλο με το φλουταρισμένο κεφάλι του Hendrix.

Linda Eastman photo session
  Τα πράγματα έγιναν χειρότερα με το αγγλικό εξώφυλλο, που ήταν αυτό που ξεσήκωσε όλες τις διαμαρτυρίες. Από δισκοπωλεία που πουλούσαν το δίσκο μέσα σε χάρτινες σακούλες, άλλα που αρνήθηκαν ακόμα και να τον πουλήσουν, έως και τον ίδιο τον  Hendrix που είπε σχετικά: "Οι άνθρωποι στην Αγγλία αντιδρούν για το εξώφυλλο, και δεν τους κατηγορώ. Δεν θα έβαζα αυτήν τη φωτογραφία στο εξώφυλλο, αλλά δεν ήταν στο χέρι μου. Βασικά είναι σκατά." Αρχικά θα γινόταν μια φωτογράφιση με τον Hendrix να περιτριγυρίζεται από διάφορα φωτομοντέλα. Ο ίδιος αποκαλούσε τις groupies, "electric ladies", ίσως από αυτό προέκυψε και η ιδέα του συγκεκριμένου session, όπως και ο τίτλος του album. Τα μοντέλα ήταν επιλεγμένα από διάφορες φυλές, δείχνοντας έτσι και την οικουμενικότητα του δίσκου και της εποχής. Μην ξεχνάμε, είναι 1968. Ο κεντρικός "ήρωας" του εξωφύλλου, όμως, είχε επιφυλάξεις και δεν πήγε στη φωτογράφιση. Έτσι ο φωτογράφος έπεισε τις μοντέλες να γδυθούν εντελώς, με αντάλλαγμα μεγαλύτερη αμοιβή. 
Τώρα πια οι επανεκδόσεις του album δεν έχουν το "γυμνό" εξώφυλλο. Οι κληρονόμοι του Hendrix, που διαχειρίζονται το ηχογραφημένο υλικό και εγκρίνουν τις επανεκδόσεις των δίσκων του, έχουν δηλώσει ότι το album αυτό δεν πρόκειται να ξανακυκλοφορήσει με το "σκανδαλώδες" εξώφυλλο, αφού ούτε ο ίδιος ο Hendrix δεν το είχε εγκρίνει. Η απορία που παραμένει είναι γιατί ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκαν οι φωτογραφίες που ο ίδιος ο καλλιτέχνης είχε προτείνει.





 

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Το 1965 στη ζωή του Bob Dylan

Το 1965 ήταν μια σημαδιακή χρονιά για την μουσική. Ήταν η χρονιά που ο Bob Dylan “μπήκε στην πρίζα”, αλλάζοντας δραστικά τον έως τότε ήχο του, αλλά και την αντίληψη περί folk και blues μουσικής. Συγχρόνως, οι στίχοι του άρχισαν να γίνονται πιο προσωπικοί, εσωτερικοί, ακόμα και σουρεαλιστικοί. Τα τραγούδια αυτά άρχισαν να γράφονται από το καλοκαίρι του 1964, μια χρονιά που έγινε και η συνάντησή του με τους Beatles. Την ίδια εποχή ο John Hammond ηχογραφούσε με τρία μέλη των μετέπειτα Band (τότε λέγονταν Hawks), το album “So Many Roads”. Φαίνεται ότι αυτό επηρρέασε και τον Dylan με αποτέλεσμα να στραφεί στον
ηλεκτρικό ήχο. Ενώ τα αρχικά sessions για τον δίσκο ήταν με ακουστικό σχήμα, στην συνέχεια ο Dylan χρησιμοποίησε ηλεκτρικά μουσικά όργανα, εξηγώντας στους μουσικούς ακριβώς τι ήθελε, με συνέπεια η ηχογράφηση του δίσκου να κρατήσει λίγο. Αν και υπήρξαν ηλεκτρικές εκτελέσεις όλων των τραγουδιών, στο δίσκο κατέληξαν οι μισές, με τις υπόλοιπες μισές να είναι ακουστικές.
Το “Bringing It All Back Home” κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1965 και περιέχει τραγούδια όπως τα Subterranean Homesick Blues, Maggie's Farm, Hey Mr. Tambourine Man (την ίδια περίοδο στον πρώτο δίσκο των Byrds, εμφανίστηκε και η ηλεκτρική εκδοχή του, ένα από τα πρώτα folk-rock τραγούδια), το κλασικό επίσης It's All Over Now Baby Blue και το It's Alright Ma (I'm Only Bleeding), ένα από τα πιο σημαντικά πολιτικά, τραγούδια καταγγελίας της rock μουσικής ιστορίας, με στίχους όπως "He not busy being born / Is busy dying".

Σε λιγότερο από πέντε μήνες, κυκλοφόρησε και το επίσης κλασικό “Highway 61 Revisited”, το οποίο συνέχισε, με ακόμα πιο ολοκληρωτικό τρόπο, στα χνάρια του προηγούμενου δίσκου. Στον δίσκο αυτό ακούγονται τα Like A Rolling Stone, It Takes a Lot To Laugh It Takes a Train To Cry, Ballad of A Thin Man και το μοναδικό ακουστικό τραγούδι του δίσκου: το εντεκάλεπτο έπος Desolation Row.
Οι δύο αυτοί δίσκοι αποτελούν σημείο αναφοράς πια, αφού αν και στην αρχή υπήρξε απο μια μερίδα κοινού, μουσικών, κριτικών αμήχανη, ακόμη και αρνητική υποδοχή, τελικά αναγνωρίστηκε η σπουδαιότητά τους. Μια ένδειξη για τις αντιδράσεις είναι η συναυλια του Dylan στο folk φεστιβάλ του Newport στις 25 Ιουλίου του 1965, όπου και αποδοκιμάστηκε ενώ έπαιζε με ηλεκτρικά όργανα. Το μόλις προηγούμενο βράδυ, στον ίδιο χώρο, οι εκτελέσεις των τραγουδιών του ήταν ακουστικές χωρίς να συμβεί κάτι ανάλογο. Τελικά με το πέρασμα των χρόνων φάνηκε η σπουδαιότητα και η επιρροή αυτών των δίσκων στην πορεία της σύγχρονης folk, blues και rock μουσικής.
Είναι εκπληκτική η δημιουργικότητα και η έμπνευση του Dylan εκείνη την χρονική περίοδο. Αν, ακόμα, σκεφτούμε ότι πριν κλείσει χρόνος από την κυκλοφορία του “Highway 61”, κυκλοφόρησε το αριστουργηματικό “Blonde On Blonde”, εύκολα δέχεται κάποιος ότι ακόμα κι αν σταματούσε εκεί την ηχογράφηση δίσκων, η θέση του στο Πάνθεον των “ροκ ηρώων” θα ήταν εξασφαλισμένη.
Ευτυχώς, για όσους αγαπούν τη μουσική, δεν σταμάτησε.


"Bringing It All Back Home" και "Highway 61 Revisited" πωλούνται σε CD με τιμή 6,99 το ένα.


Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

"Birth Of The Cool"

"For me, music and life are all about style."
                                                  (Miles Davis)



Το 1948 ο Miles Davis συναναστρεφόταν τον Gil Evans, του οποίου το υπόγειο ήταν σημείο συνάντησης πολλών νέων μουσικών της εποχής. Μέσα από την δυσαρέσκειά τους για τους όλο και πιο έντονα δεξιοτεχνικούς τρόπους παιξίματος που επικρατούσαν τότε, κατέληξαν σε ένα παράδοξο για την εποχή  σχήμα με εννέα μουσικούς. Αυτό που  επεδίωξαν και κατάφεραν (ανάμεσα σε άλλα), ήταν να χαμηλώσουν το τέμπο και να δημιουργήσουν μία «χορωδία» βάζοντας τα πνευστά να συνεργαστούν αντί να παίζουν σε αντιπαράθεση. Σκοπός ήταν να δημιουργηθεί ένας ήχος παρόμοιος με την ανθρώπινη φωνή. Από την χαλαρή προσέγγιση, εκτέλεση, και γενικά την ατμόσφαιρα, προέκυψε και ο όρος Cool Jazz, αντιπροσωπεύοντας και μια «άνετη» κομψότητα που είναι προφανής σε όλη τη διάρκεια του δίσκου.
Η ηχογράφηση έγινε σε τρία sessions, από τον Ιανουάριο του 49 έως και τον Μάρτιο του 50. Οι μόνοι μουσικοί που έπαιξαν και στα τρία ήταν οι Miles Davis, Lee Konitz, Gerry Mulligan και Bill Barber.  Η μεγαλύτερη επιρροή για τους συντελεστές του δίσκου ήταν η ορχήστρα του Claude Thornhill, που ήταν γνωστή για τον τρόπο που χρησιμοποιούσε ασυνήθιστα για το είδος της μουσικής όργανα, όπως η τούμπα, και για το «ιμπρεσιονιστικό» μουσικό ύφος. Σε αυτήν είχε ρόλο ενορχηστρωτή και ο Gil Evans, του οποίου η συνεργασία με τον Miles Davis κράτησε πολλά χρόνια, με υπέροχα μουσικά αποτελέσματα.
Αρχικά οι ηχογραφήσεις κυκλοφόρησαν σταδιακά σε δίσκους 78 στροφών. Τελικά έντεκα από αυτές επιλέχτηκαν και κυκλοφόρησαν σε LP το 1957.  Το 1998 κυκλοφόρησαν με τίτλο The Complete Birth Of The Cool, δώδεκα ηχογραφήσεις που έγιναν στο στούντιο (όπως είχαν κυκλοφορήσει σε βινύλιο το 1971) και δεκατρείς ακόμα από ζωντανή ηχογράφηση.
Οι κριτικές για τον δίσκο ήταν συγκρατημένες μεν, αλλά θετικές. Υπήρξαν συγκρίσεις με τη μουσικές συνθέσεις του Ravel, παραλληλισμοί με τον ιμπρεσιονισμό, ειπώθηκε ότι ο δίσκος δεν είναι ακριβώς jazz, ο ήχος ήταν παράξενος αλλά καλός, γοητευτικός και συναρπαστικός. Η αξία του Birth Of The Cool βρίσκεται στο ότι έδωσε ώθηση στο ρεύμα της cool jazz. Τώρα πια θεωρείται ένα από τα κλασικά αλμπουμ της jazz και το πρώτο, χρονολογικά, διαχρονικό δημιούργημα του  Miles Davis.


Ο δίσκος διατίθεται σε CD, με τιμή 7,50 ευρώ.
For me, music and life are all about style.
Read more at http://www.brainyquote.com/quotes/quotes/m/milesdavis131816.html#pWwLkrKyxqyGa1go.99
For me, music and life are all about style.
Read more at http://www.brainyquote.com/quotes/quotes/m/milesdavis131816.html#pWwLkrKyxqyGa1go.99

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

Δυσαρμονία


Το 1975, έπαιρνα συνέντευξη από τον Captain Beefheart στο Armadillo World Headquarters    για την Austin Sun. O C.B. εμφανιζόταν εκεί με τη μπάντα του Frank Zappa ηχογραφώντας ένα live δίσκο, το Bongo Fury. Μετά τη συνέντευξη, ζήτησα από τον C.B. να μου φτιάξει μια ζωγραφιά, αφού όση ώρα μιλούσαμε όλο και κάτι σχεδίαζε στο χαρτί.
Πήρε μια αφίσα από προηγούμενη συναυλία και στο πίσω λευκό μέρος έγραψε ένα ποίημα. Οι λέξεις του βγαίνανε αυθόρμητα, το υπέγραψε, μου το έδωσε και αμέσως το πήρε πίσω για να συμπληρώσει στο τέλος   "Progress  is  Chanel no 5 on the rocks"  και να ζωγραφίσει γύρω τους ένα πόδι (foot) που το κύκλωσε με νότες (notes), ονόμάζοντάς το footnote (υποσημείωση).
Καθώς έφευγα δίπλωσα την αφίσα και τότε μου φώναξε δυνατά να σταματήσω, την πήρε και τη δίπλωσε ρολάροντας την απαλά, μου την ξανάδωσε λέγοντάς μου πως μια μέρα θα τον ευχαριστούσα για αυτό. Δεν ήθελε να τσαλακωθεί γιατί γνώριζε πως αυτό θα επηρέαζε την αξία της.


train the
Caboose
its not Zen
its
Zrite znow
when the ocean
is wounded it
takes the whole
world to heal.
Ah, Eden
[?] is
the thing that
runs down
the back of
your leg
that makes
your foot
work
Cough
it isn't worth
getting into the
bull's shit to find
Out what the bull ate.
ah joint is part of
today's anatomy
an artist is one
Who kids him
Self the most
gracefully
A psychiatrist is
one who wishes to
die in your other
life

Don Van Vliet '75

Progress is
Chanel Number 5
on the rocks


Ο Don Van Vliet  κατά κόσμο Captain Beefheart ,άρχισε την καριέρα του στο Γυμνάσιο του Lancaster σαν τραγουδιστής σε μια μπάντα που ο Frank Zappa έπαιζε τύμπανα. Το ταξίδι του C.B. και των Magic Band των οποίων το άλμπουμ Trout Mask Replica -κυκλοφόρησε από την εταιρεία του Frank Zappa Straight Records, βρίσκεται στο νούμερο 60 της λίστας του Rolling Stone με τα 500 καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών και είναι ως ένα σημείο επηρεασμένο από τη free jazz του Ornette Coleman -επαναπροσδιόρισε τα όρια της ροκ μουσικής και συνεχίσει να επηρεάζει αλλά αυτό είναι ένα ιδιαιτέρως βασανιστικό θέμα για να αναλυθεί εδώ.

Ο Matt Groening δημιουργός των The Simpsons:

"Νόμιζα πως άκουγα τη χειρότερη μουσική όλων των εποχών, ακουγόταν σαν ένα άγριο, ακατανόητο ξέσπασμα μέσω των μπλουζ. Ο C.B. βρυχάται, παραληρεί  και απαγγέλει ποίηση πάνω στο χαοτικό γλύψιμο της κιθάρας.
Αργότερα το άκουσα μερικές φορές γιατί δεν πίστευα ότι ο Frank Zappa θα μου έκανε κάτι τέτοιο και φυσικά είχα σκάσει αρκετά φράγκα για ένα διπλό άλμπουμ.
Στην τρίτη ακρόαση μου αποκαλύφθηκε ότι οι τύποι το έκαναν επίτηδες.  Επεδίωκαν να βγαίνει ακριβώς αυτός ο ήχος. Μετά από έξι ή επτά φορές κλίκαρα  και συνειδητοποίησα ότι ήταν ότι καλύτερο είχα ακούσει ποτέ.”

Αναμενόμενο να αναφέρεται ως το αγαπημένο άλμπουμ του David Lynch.


H ποίηση, αλλά και οι στίχοι του C.B. δεν άργησαν να κυκλοφορήσουν. Τα βιβλία Skeleton Breath, Scorpion Blush (1991), Riding Some Kind of Unusual Skull Sleigh (2003) και Don Van Vliet Paintings and Poetry (2007) είναι συλλεκτικά και τις τιμές τους ανεβάζει το γεγονός ότι κυκλοφόρησαν σε λίγα αντίτυπα.


Για τους ιχθυολόγους που θα εντοπίσουν το λάθος….ναι η πέστροφα στο εξώφυλλο είναι κυπρίνος.

Στα είκοσι μου, το 1971 περίπου, έμενα σε ένα δρόμο βορειότερα από το Whisky A Go Go, στο λόφο Sunset Strip στο Los Angeles. Έπαιζα τη μουσική του Beefheart και το Gesang de Junglinge του Stockhausen   για να φύγουν όλοι και να μείνω μόνος να τα απολαύσω, θεϊκά απορροφημένος όπως στα δεκατρία μου που άκουσα Stravinsky και το La Sacre du Printemps κι ερωτεύτηκα τη δυσαρμονία και την πολυρυθμία. Παράφωνη πρόζα και η ποίηση να έπεται.


                                                      
(του Stephen J.Gertz, Booktryst)