Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

Γιώργος Μήτας / Ιστορίες του Χαλ / Εκδ .Κίχλη

Αν και οι ιστορίες εκτυλίσσονται με φόντο την παγωμένη πόλη του Χαλ, οι ήρωες του βιβλίου, μας στοιχειώνουν και τώρα μες το κατακαλόκαιρο.

Κι ενώ όλα τα πρόσωπα είναι καλοσχηματισμένα  και λογοτεχνικά ισοβαρή, εμείς κάνοντας χρήση της ερασιτεχνικής μας ιδιότητας του παρουσιαστή θα σταθούμε στην κα Ρότζερς.

Η κα Ρότζερς, ηλικιωμένη ποδηλάτισσα, αγκιστρωμένη –όπως όλοι οι μοναχικοί, δηλαδή ,όλοι οι άνθρωποι - στην περιφρουρημένη καθημερινότητα της θα τολμήσει να διεκδικήσει μια θέση ταξιθέτριας στην Κινηματογραφική Λέσχη της πόλης.

Η νέα της απασχόληση θα της δώσει μια ευκαιρία για κοινωνική συναναστροφή και θα γίνει αφορμή για να συναντήσει έναν φοιτητή-συχνό επισκέπτη της Λέσχης-με τον οποίο αναπτύσσει ,μέσω των σύντομων διαλόγων τους, μια φιλική σχέση.

Η κα Ρότζερς τολμά ,δεύτερη φορά και καλεί τον φοιτητή σπίτι της για απογευματινό τσάι. Η επίσκεψη είναι ένα γεγονός ιδιαίτερο καθώς η ηρωίδα δεν έχει δεχτεί επισκέψεις για χρόνια, ωστόσο το απόγευμα κυλάει ζεστά και διασκεδαστικά και για τους δύο.

Αυτό βέβαια που απογειώνει τα κείμενα και κάνει τα πρόσωπα των βιβλίων να μας είναι οικεία για πάντα, δεν είναι η πρωτοτυπία τους ή η δράση τους ,είναι η ματιά του συγγραφέα. Κι εδώ ο συγγραφέας αναδεικνύει ψύχραιμα δεν φλυαρεί αλλά όπου χρειάζεται επιμένει και φωτίζει σκηνές ακίνητες αλλά με βάρος και εσωτερική ένταση.

Σε όλα τα διηγήματα του βιβλίου ο καιρός αλλά κυρίως το τοπίο, τρυπώνει παντού .
Η κα Ρότζερς βρίσκει παρηγοριά στο αμετάβλητο σκηνικό στο οποίο κινείται, αισθάνεται σιγουριά στη σκέψη πως γνωρίζει τι θα δει στην επόμενη στροφή, κτίρια,  φωτισμένες είσοδοι, δεντροστοιχίες ,επιγραφές ,πεζοδρόμια, μαγαζιά.

Ενώ όμως κρατιέται σφιχτά στα γνώριμά της τοπία, ίσως και γι αυτό, αποφασίζει να απλώσει το χέρι στον άλλο. Ο δισταγμός της ,η αγωνία της και το πείσμα της να το καταφέρει μοιάζει με σκανταλιά από αυτές που συχνά κάνουν οι ηλικιωμένοι και μας θυμίζουν παιδιά.  Το αποτέλεσμα μιας και μοναδικής αληθινής συνάντησης με τον άλλο όπου η συζήτηση ανάβει και ο καθένας συμμετέχει αβίαστα φιλτράρει το βλέμμα της κα Ρότζερς. Είναι όπως η συνάντησή μας με την τέχνη …εμείς οι ίδιοι αλλαγμένοι μένουμε όπως απάντησε πολύ περιεκτικά ο Ρόμπερτ Μούζιλ στο ερώτημα που ο ίδιος έθεσε: «Tι μένει από την τέχνη;» Το τελευταίο το θυμηθήκαμε ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο του Μαρσέλ Ράιχ Ρανίτσκι : Η ζωή μου. Εκδ.Ίνδικτος.


Υ.Γ. Όποτε διαβάζουμε καλά ελληνικά λογοτεχνικά βιβλία, βιβλία που σπεύδουμε να προτείνουμε σε φίλους, δεν μπορούμε να κρύψουμε ένα χαμόγελο. Διότι είναι εύκολη η παγίδα του κοινού κώδικα –της γλώσσας-δηλαδή στην οποία  πολλοί -ες πέφτουν, συνειδητά ή όχι και εμείς οι αναγνώστες συχνά παρατάμε τα βιβλία στις πρώτες σελίδες και τρέχουμε στους κλασσικούς. Ωστόσο όλοι  νομίζω διψάμε για νέες φωνές, για το επίκαιρο παίδεμα της γλώσσας από νέους δημιουργούς και για τη ματιά τους. Και στην περίπτωση του κου Μητά, το αποτέλεσμα δικαιώνει.