Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Charles Dickens...Eγγλέζος 200 ετών

Το μπέρδεμα















Το μυστήριο


Ο Πα­πα­δια­μά­ντης δεν φαί­νε­ται να ε­πη­ρεά­στη­κε, του­λά­χι­στον ά­με­σα, α­πό το έρ­γο του Ντί­κε­νς, ού­τε στα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα διη­γή­μα­τα ού­τε γε­νι­κό­τε­ρα. Αν και πρό­σφα­τα ε­πι­ση­μάν­θη­κε μια πρω­τό­τυ­πη δια­κει­με­νι­κό­τη­τα. Σε δη­μο­σίευ­μα κυ­ρια­κά­τι­κης ε­φη­με­ρί­δας, α­νή­με­ρα το Δε­κα­πε­νταύ­γου­στο, ο Βαγ­γέ­λης Ρα­πτό­που­λος α­φή­νει α­νοι­χτό το εν­δε­χό­με­νο ο Πα­πα­δια­μά­ντης να δα­νεί­στη­κε μια φρά­ση α­πό τον «Όλι­βερ Τουί­στ». Για μια ο­ποια­δή­πο­τε φρά­ση, ό­σο ποιη­τι­κή ή άλ­λως πώς ε­ντυ­πω­σια­κή κι αν εί­ναι, δεν θα ά­ξι­ζε να γί­νει λό­γος. Πρό­κει­ται, ό­μως, για τη δια­ση­μό­τε­ρη φρά­ση του Πα­πα­δια­μά­ντη α­πό το γνω­στό­τε­ρο έρ­γο του, την «Φό­νισ­σα». Συ­γκε­κρι­μέ­να, την κα­τα­κλεί­δα: «...Η γραία Χα­δού­λα εύ­ρε τον θά­να­τον... εις το ή­μι­συ του δρό­μου, με­τα­ξύ της θείας και της αν­θρώ­πι­νης δι­καιο­σύ­νης.» Ο Ρα­πτό­που­λος ε­ντο­πί­ζει τη φρά­ση σε έ­να α­πό τα τε­λευ­ταία κε­φά­λαια του «Όλι­βερ Τουί­στ», ε­κεί που πε­ρι­γρά­φε­ται ο θά­να­τος του πρω­το­πα­λί­κα­ρου της συμ­μο­ρίας του Φέϊγκιν, του Μπιλ Σάϊκς. Στη με­τά­φρα­ση, που έ­πε­σε στα χέ­ριά του, δια­βά­ζει «...Ο φο­νιάς τι­νά­χτη­κε α­πελ­πι­σμέ­να και τα πό­δια του συ­σπά­στη­καν στο κε­νό. Κι έ­μει­νε ε­κεί κρε­μα­σμέ­νος, με το μα­χαί­ρι α­νοι­χτό στη σφιγ­μέ­νη του πα­λά­μη. Εκεί έ­μει­νε, με­τέω­ρος, α­νά­με­σα στη θεία και την αν­θρώ­πι­νη δι­καιο­σύ­νη.»
Ο Ρα­πτό­που­λος, πι­θα­νώς μη α­ντι­λαμ­βα­νό­με­νος τη ση­μα­σία ε­νός πα­ρό­μοιου δα­νείου, δεν α­να­τρέ­χει στο πρω­τό­τυ­πο του «Όλι­βερ Τουί­στ» προς διευ­κρί­νι­ση. Αφή­νει τη σκιά της “λο­γο­κλο­πής” να πλα­νιέ­ται πά­νω α­πό τον Πα­πα­δια­μά­ντη, για να σώ­σει την ε­πι­φυλ­λί­δα του ή μάλ­λον τον τίτ­λο της, «Εις το ή­μι­συ του δρό­μου». Να δια­λύ­σου­με, λοι­πόν, τη σκιά. Στο πρω­τό­τυ­πο δεν υ­πάρ­χει η ε­πί­μα­χη φρά­ση. Άρα πρό­κει­ται για προ­σθή­κη του με­τα­φρα­στή. Ο Ρα­πτό­που­λος α­να­ρω­τιέ­ται, μή­πως ή­ταν ο Πα­πα­δια­μά­ντης ε­κεί­νος που με­τέ­φρα­σε το βι­βλίο. Κι ό­μως, ό­πως μας πλη­ρο­φο­ρεί, τη με­τά­φρα­ση υ­πο­γρά­φει ο/η ά­γνω­στος/στη Ε. ΠΟ­ΛΙ­ΤΟΥ και εί­ναι ε­πα­νέκ­δο­ση του 2000, που κυ­κλο­φο­ρεί α­πό τις εκ­δό­σεις DeAgostini Hellas. Γνω­στές οι εν λό­γω εκ­δό­σεις σε ευ­ρω­παϊκό ε­πί­πε­δο, με πο­ρεία 110 χρό­νων, έ­χουν πά­ρει το ό­νο­μά τους α­πό τον ι­τα­λό γεω­γρά­φο Τζιο­βά­νι Ντε Αγκο­στί­νι. Στην Ελλά­δα, ω­στό­σο, εμ­φα­νί­στη­καν το 1995. Οι εκ­δό­σεις τους βι­βλίων του Ντί­κε­νς στη­ρί­χτη­καν σε πα­λαιό­τε­ρες με­τα­φρά­σεις άλ­λων εκ­δο­τών. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη εί­ναι των εκ­δό­σεων Μί­νωας του 1968. Την α­να­φέ­ρει ο Πε­τρό­που­λος στη βι­βλιο­γρα­φία του, μό­νο που γρά­φει τον με­τα­φρα­στή Κ. Πο­λί­του. Όπως και να έ­χει, ε­μάς ο με­τα­φρα­στής δεν μας φαί­νε­ται και τό­σο ά­γνω­στος. Θα μπο­ρού­σε να πρό­κει­ται για την νε­ο­ελ­λη­νί­στρια Ελέ­νη Πο­λί­του-Μαρ­μα­ρι­νού, που, πι­θα­νώς, τό­τε α­κό­μη να μην εί­χε α­πο­κτή­σει το δεύ­τε­ρο ε­πί­θε­το ού­τε να εί­χε γί­νει κα­θη­γή­τρια. Μπο­ρεί να μην εί­χε καν φύ­γει για τις με­τα­πτυ­χια­κές της σπου­δές στο Λον­δί­νο. Φαί­νε­ται, πά­ντως, πως α­γα­πού­σε α­πό τό­τε τον Πα­πα­δια­μά­ντη. Από τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα, που βάλ­θη­κε να ι­χνη­λα­τή­σει και με τη βοή­θεια της τε­χνο­λο­γίας τον με­τα­φρα­στή Πα­πα­δια­μά­ντη. Από ό­σο γνω­ρί­ζου­με και αν η ει­κα­σία μας ευ­στα­θεί, εί­ναι το πρώ­το πα­ρά­δειγ­μα πα­πα­δια­μα­ντο­λό­γου, που λει­τουρ­γεί με­τα­φρα­στι­κά κα­τά το πρό­τυ­πο του Πα­πα­δια­μά­ντη.

[Μάρη Θεοδοσοπούλου εφημερίδα Η Εποχή 7-2-2012]

Το απόσμασμα

«Ήταν οι καλύτερες μέρες, ήταν οι χειρότερες μέρες, ήταν τα χρόνια της σοφίας, ήταν τα χρόνια της άνοιας, ήταν η εποχή της πίστης, ήταν η εποχή της ολιγοπιστίας, η εποχή του Φωτός και η εποχή του Σκότους, ήταν η άνοιξη της ελπίδας και ήταν ο χειμώνας της απελπισίας, είχαμε μπρος μας τα πάντα, είχαμε μπρος μας το τίποτε, πηγαίναμε όλοι στον Παράδεισο, πηγαίναμε όλοι στο αντίθετό του».

Η αρχή από την Ιστορία  δύο Πόλεων.




Ο ειδικός

Ο μελετητής (και μεταφραστής ενός έργου του Ντίκενς) Στέφανος Ροζάνης πιστεύει ότι «η μεγάλη αξία του Ντίκενς έγκειται στο εξής: περιγράφει τη σκοτεινιά της μητροπόλεως, το εξαθλιωμένο υποκείμενο, τον παρία, τον παρείσακτο, κάνοντας στην ουσία μια προβολή στο μέλλον: προαναγγέλλει αυτό που έχει γίνει σήμερα το Παρίσι, το Λονδίνο, η Νέα Υόρκη κτλ».
Σύμφωνα με τον Σ. Ροζάνη, «ο Ντίκενς είναι ένας ριζοσπαστικός ρομαντικός: ασκεί τη δριμύτερη και πιο εύστοχη κριτική πάνω στο αστικό πνεύμα και από την άλλη, προτείνει ως λυτρωτικό στοιχείο την εξανάσταση της ανθρώπινης ατομικότητας, δηλαδή της εσωτερικής, υποκειμενικής εξέγερσης. Παιδί αυτής της εξέγερσης είναι ο “επαναστατημένος άνθρωπος” του Αλμπέρ Καμί. Ομως και αυτό που βλέπουμε σήμερα γύρω μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επέκταση του οράματος και της κριτικής του Ντίκενς. Παρά το “εγκώμιο” του αστικού πνεύματος, ο Ντίκενς διακρίνει μέσα σε αυτό το σαράκι της εξαθλίωσης που αποκρύπτεται πίσω από τη μεγάλη προσδοκία. Οπως και σήμερα: ο ορθολογισμός των οικονομικών δεικτών καταλήγει σε έναν πλήρη παραλογισμό της ανθρώπινης υποστάσεως. Με το πρόσχημα του ορθολογισμού δημιουργήθηκε ένας σχιζοφρενής άνθρωπος, όπως λέει και ο Φρέντρικ Τζέιμσον στη μελέτη του για το μεταμοντέρνο».

[Καθημερινή 22-2-2012]

Το Βίντεο

Για την φετινή διακοσιοστή επέτειο γενεθλίων του Charles Dickens, ο ηθοποιός Simon Callow ετοίμασε το παρακάτω βίντεο όπου μας κάνει μια βόλτα σε σημαντικές για την ζωή του συγγραφέα τοποθεσίες του Λονδίνου. Μέρη όπως ο τόπος που παντρεύτηκαν οι γονείς του μέχρι και το πρώτο εργοστάσιο που ο δωδεκάχρονος Dickens έπιασε την πρώτη του δουλειά.
 


Επιλεγμένες εκδόσεις έργων του Ντίκενς στα Ελληνικά από το βιβλιοπωλείο μας


Ο Ζοφερός Κρίκος
Μετάφραση: Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Εκδόσεις Gutenberg

Ο "Ζοφερός Οίκος" είναι το ένατο βιβλίο του Ντίκενς και θεωρείται από τα καλύτερα και πιο ολοκληρωμένα του μυθιστορήματα, με μια πληθώρα κεντρικών και δευτερευόντων χαρακτήρων. Δεν πρόκειται απλώς για ένα σπουδαίο βικτοριανό μυθιστόρημα, έναν σχολιασμό της κοινωνίας και μια σάτιρα του δικαστικού συστήματος. Είναι επίσης ένα ρομάντζο, ένα μελόδραμα, μια από τις πρώτες αστυνομικές ιστορίες στην αγγλική λογοτεχνία, ένα κοινωνικό έπος μεγάλης κλίμακας, καθώς και το πιο ευρηματικό του έργο. Τον 19ο αιώνα, όπου μαινόταν η μάχη ανάμεσα στο Ρομαντισμό και τον Ωφελιμισμό, την καρδιά και το μυαλό, ο Ντίκενς με το έργο του υπερασπίστηκε και τις δυο πλευρές. Από ιστορική άποψη, το σπουδαίο αυτό μυθιστόρημα συμπίπτει με τη μεταρρύθμιση του αγγλικού ποινικού κώδικα, την παρακμή της αριστοκρατικής τάξης και την άνοδο της σύγχρονης αστυνομικής δύναμης στην Αγγλία, η οποία σηματοδοτεί την πιο συντηρητική περίοδο της ανόδου της μεσαίας τάξης και των ελεγχόμενων κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Πρόκειται για τη μετάβαση της κοινωνικής δύναμης από την άκαρδη και άδικη αριστοκρατική κοινωνία, με τα προνόμια και τη μυστικοπάθειά της, σε έναν πιο δημοκρατικό κόσμο που κυβερνάται από δικαιοφροσύνη και αίσθηση του καθήκοντος.


Το Μυστήριο του Έντουιν Ντρουντ
Μετάφραση: Αθηνά Κακούρη
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Το μυθιστόρημα αυτό -που ο Ντίκενς πεθαίνοντας ξαφνικά άφησε ημιτελές- εκτυλίσσεται στα περίτεχνα κτίσματα του καθεδρικού ναού της πόλης του Κλόιστεραμ και στα μεσαιωνικά της ερείπια, σε κρύπτες και σε νεκροταφεία, σε μια ατμόσφαιρα βαριά από το παρελθόν και τα μυστικά του.
Λουλούδι τρυφερό μέσα σ' αυτό το περιβάλλον, η μικρή Ροζ Μπαντ αποτελεί το αντικείμενο επιβουλής του ζοφερού Τζακ Τζάσπερ. Μια δεκάδα από χαρακτηριστικούς ντικενσιανούς τύπους, που είναι ταυτοχρόνως αλλόκοτοι και ολοζώντανοι, εμπλέκονται στην υπόθεση μιας εξαφάνισης με δραματικό αντίκτυπο, με κωμικότατα επεισόδια και εκπληκτικές ανατροπές.
Το τέλος της ιστορίας χάθηκε με τον συγγραφέα της. Ο Ντίκενς, που κατά κανόνα κατέστρωνε όλο το μυθιστόρημα και κρατούσε σημειώσεις για το τι θα συμβεί σε κάθε κεφάλαιο, από το πρώτο ως το τελευταίο, δεν άφησε εδώ καμία σχετική ένδειξη. Τίποτα, εκτός από όσα υποτίθεται πως εμπιστεύτηκε στη βασίλισσα Βικτωρία, η οποία δεν αποκάλυψε σε κανέναν το μυστικό...
O αναγνώστης καλείται, λοιπόν, να διαβάσει αυτό το μυθιστόρημα -από τα κορυφαία του Ντίκενς- σαν να επρόκειτο να το τελειώσει ο ίδιος.



Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες
Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Νάρκισσος


Στο βιβλίο "Χριστουγεννιάτικες ιστορίες" του Κ. Ντίκενς περιλαμβάνονται: "Η χριστουγεννιάτικη ιστορία" (1843) και "Οι καμπάνες" (1844). Οι ιστορίες αυτές έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό όταν πρωτοκυκλοφόρησαν και εξακολουθούν μέχρι τις μέρες μας να είναι εξαιρετικά δημοφιλείς και να αποτυπώνουν με ανεπανάληπτο τρόπο την ατμόσφαιρα των γιορτών.



Μεγάλες Προσδοκίες
Μετάφραση: Άρτεμις Σταμπουλοπούλου
Εκδόσεις Πόλις














Η Ζωή του Κυρίου μας
Μετάφραση: Στέφανος Ροζάνης
Εκονογράφηση: Georges Lemoine
Εκδόσεις Ύψιλον