Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Gary Shteyngart

«Όλο και λιγότεροι θέλουν να διαβάζουν, όλο και περισσότεροι θέλουν να γράφουν»
(ANDREA AGUILAR)


Ο Ρωσο-αμερικανός συγγραφέας, διακεκριμένος ως ένας εκ των καλύτερων της γενιάς του, αξιώνει μέσα από το μυθιστόρημά του που τιτλοφορείται «Una súper triste historia de amor verdadero»  («Μια σούπερ θλιμμένη αληθινή ιστορία αγάπης), το θάνατο του βιβλίου και της ανάγνωσης.

Τα κινητά τηλέφωνα έχουν αντικατασταθεί από το äpärät, μια ηλεκτρονική συσκευή η οποία σου επιτρέπει να ανακαλύψεις μ’ένα και μόνο κλικ, κάθε είδους λεπτομέρεια γι’αυτούς τους άγνωστους ανθρώπους που σε περιβάλλουν: πού έχουν σπουδάσει, ποιο είναι τα επίπεδο της χοληστερόλης τους, τι έχουν ψωνίσει ή ακόμη και ποια ήταν η τελευταία στάση που επέλεξαν να κάνουν στην τελευταία σεξουαλική επαφή τους. Το πιο μοδάτο ρούχο μεταξύ των νεαρών κοριτσιών είναι τα ουτοκαλούμενα «vaqueros piel de cebolla» (onion-skin jeans), που είναι εντελώς διαφανή. Το κτίριο της έδρας των Ηνωμένων Εθνών είναι ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο. Το «New York Times» έχει γίνει ένα lifestyle περιοδικό. Οι καλύβες έχουν επιστρέψει στο Central Park. Τανκς με πολυβόλα οδηγούνται στις λεωφόρους της Νέα; Υόρκης, που είναι γεμάτες με σημεία ελέγχου και με σταθμούς οι οποίοι ενημερώνουν κάθε πεζό για το διαθέσιμο επίπεδο πιστώσεών του. Οι ΗΠΑ βρίσκονται σε πόλεμο με τη Βενεζουέλα και μονάχα ένα κομμάτι κυβερνά με σιδηρά πυγμή τη χώρα, προσπαθώντας να την κρατήσει ανέπαφη μπρος στον κίνδυνο των Κινέζων πιστωτών. Αυτός είναι ο κόσμος τον οποίο περιγράφει ο Gary Shteyngart στο τρίτο του μυθιστόρημα «Una súper triste historia de amor verdadero»  («Μια σούπερ θλιμμένη αληθινή ιστορία αγάπη»).
Ο Shteyngart, ένας εκ των 20 Αμερικανών συγγραφέων κάτω των 40 χρόνων που διακρίθηκαν πέρσι από το περιοδικό «New Yorker» ως οι καλύτεροι της γενιάς τους, είναι προσβλητικός και σφύζει από λεπτομέρειες. Φοράει γυαλιά και jeans, μια καρό φανέλα, αθλητικά και ρούχα από φυτικές ίνες, όπως ακριβώς η Eunice, η κύρια πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματός του. Ειρωνικός και νευρικός, πηδά με επιδεξιότητα από τη μια ιδέα στην άλλη. Έχουν γίνει ήδη 20 δημόσιες αναγνώσεις του βιβλίου του, οι οποίες είχαν σπουδαίες κριτικές και εμπορική επιτυχία. Δε μοιάζει καθόλου κουρασμένος. «Ξεκίνησα να γράφω το 2006 και 2 χρόνια αργότερα, είδα πως η πραγματικότητα ξεπερνούσε αυτό που φανταζόμουνα και συνεπώς έπρεπε να απεικονίσω ένα κόσμο ακόμα χειρότερο» εξηγεί ενθουσιασμένος. «Πιστεύω πως ήμουν απόλυτα σωστός όσον αφορά το θέμα με τους Κινέζους. Τώρα οι αγορές μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και δε μπορούν να απαλλαχθούν απ’τους δεσμούς μας. Εάν όμως αναπτύξουν ένα ανθρώπινο δυναμικό των 500.000 ανθρώπων, προερχόμενο από τη μεσαία τάξη, ποιος θα χρειάζεται εμάς σαν πελάτες; Υπάρχει ένας γελοίος οπτιμισμός στις ΗΠΑ. Εδώ και παραπάνω από έναν αιώνα, οι άνθρωποι συνεχίζουν να πιστεύουν ότι αν δουλεύεις πραγματικά σκληρά και αν συμπεριφέρεσαι σωστά, τότε θα γίνεις εκατομμυριούχος. Ζούμε σε μια ψεύτικη πραγματικότητα και πολλοί ακόμη ψηφίζουν ως σαν να ήταν οι ίδιοι οι πιθανοί εκατομμυριούχοι».

Ο Shteyngart μιλά καθισμένος στο σαλόνι του διαμερίσματος του δίπλα από το Gramercy Park της Νέας Υόρκης. Παλιότερα, όπως ο Lenny-ο ήρωας του μυθιστορήματός του, ζούσε στα δάση του Stuyvestant δίπλα από το East River. Και όπως αυτός, ο συγγραφέας έχει μια τεράστια βιβλιοθήκη γεμάτη βιβλία-γεγονός που καθιστά τον Lenny ως ένα παράξενο πλάσμα, κολλημένο στο παρελθόν, παθιασμένο με όλα αυτά τα πράγματα που όλοι απορρίπτουν εξαιτίας της μπόχας που αναδύει το μελάνι και που ασφαλώς κανείς δε διαβάζει-. Πέρα από το πάθος για την ανάγνωση, ο Shteyngart μοιράζεται με τον χαρακτήρα του βιβλίου του την καταγωγή του ως ρωσο-εβραίος μετανάστης. «Οι Σοβιετικοί Ashkenazi Εβραίοι είναι οι πιο απαισιόδοξοι άνθρωποι που μπορεί να συναντήσει κανείς. Πιστεύω πως αυτό μαζί με το αμερικάνικο στοιχείο μου δίνει μια καλή ισορροπία» διαβεβαιώνει. Ήρθε στις ΗΠΑ στην ηλικία των επτά χρονών ενώ έχουν ήδη περάσει 2 χρόνια από τότε που είχε γράψει την πρώτη μεγάλη του ιστορία: μια ιστορία στην οποία ο Lenin γίνεται φίλος με μια μαγική χήνα και μαζί οι δυο τους προσπαθούν να εισβάλουν στη Φινλανδία με σκοπό να επιβάλουν το κομμουνιστικό καθεστώς. Όμως τελικά, παρόλα αυτά, η προσπάθεια (μαζί και η ιστορία) τελειώνει με μια φιλονικία κατά την οποία ο πατέρας του επανάστασης τρώει τη χήνα. «Η γιαγιά μου μού ζήτησε να το κάνω αυτό και εγώ ανταμείφτηκα με κομμάτια τυρί» είπε.

Ο Shteyngart υπερασπίζεται ακόμη το ρόλο της πολιτικής μέσα στην λογοτεχνία. «Αυτό είναι που με ενδιαφέρει. Μεγάλωσα στην πρώην Σοβιετική Ένωση κι έπειτα μετακόμισα στην Αμερική του Reagan. Αυτό που ξέρω είναι πως οι μεγάλες αυτοκρατορίες και οι πολιτικές ιδέες πάνε εντελώς λάθος.» Ωστόσο, το έναυσμα του «Una súper triste historia de amor verdadero»  («Μια σούπερ θλιμμένη αληθινή ιστορία αγάπη» ήταν ο θάνατος του βιβλίου και της ανάγνωσης. Φαντάστηκε λοιπόν ένα νοσταλγικό Lenny που αντιστέκεται στο να σταματήσει να διαβάζει, που είναι ερωτευμένος με την Eunice, μια όμορφη νεαρή γυναίκα με Κορεάτικη καταγωγή, η οποία είναι βουτηγμένη μες τις νέες τεχνολογίες.

Προτού στραφεί επαγγελματικά στην λογοτεχνία, ο Shteyngart δούλευε ως βοηθός σε μια δικηγορική εταιρεία. Λέει ότι αυτό του προκάλεσε νευρικό κλονισμό απ’τον οποίο όμως κατάφερε να αναρρώσει στην ακτή Valencian. Το πρώτο του μυθιστόρημα, «Το εγχειρίδιο του Ρώσου αντιπροσώπου», ακολουθήθηκε από το «Absurdistan»-και τα δυο στον εκδοτικό οίκο Alfaguara. Έχει γράψει επίσης ένα σημαντικό αριθμό από ταξιδιωτικά άρθρα. Απολαμβάνει να δουλεύει στο κρεβάτι. Κάθε χρόνο επισκέπτεται τη Ρωσία. Τώρα προετοιμάζει ένα μη επιστημονικής φαντασίας βιβλίο, που αφορά την παιδική του ηλικία ενώ παράλληλα δουλεύει σε ένα δοκιμαστικό επεισόδιο για μια νέα σειρά του HBO. Ακόμη, διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Columbia όπου εκεί μάλιστα έτυχε να έχει φοιτητή του τον James Franco, ο οποίος συμμετέχει σε ένα βίντεο προώθησης για το νέο μυθιστόρημα του Shteyngart, στο οποίο ο συγγραφέας, δήθεν αγράμματος, διδάσκει τους μαθητές του (για το) πώς να συμπεριφέρονται σε μια εκδήλωση που διοργανώνει το λογοτεχνικό περιοδικό The Paris Review.

Ερώτηση: ο καλύτερος τρόπος για να φτιαχτεί μια σάτιρα για τις ΗΠΑ είναι μέσω μιας ιστορίας αγάπης;
Απάντηση: Ναί, κοιτάξτε το «1984» και το «Brave New World”, ειδικά το δεύτερο είναι ευφυέστερο όσον αφορά τις ιδέες. Αλλά, θυμάμαι το μυθιστόρημα του Όργουελ το οποίο είναι ακόμη καλύτερο εξαιτίας της ιστορίας αγάπης μεταξύ ενός ερωτευμένου ζευγαριού που αντιτίθεται στην κοινωνία και στον Μεγάλο Αδερφό. Τώρα πια δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να κατασκοπεύουμε γιατί όλες οι πληροφορίες είναι ήδη εκτεθειμένες. Ο άνθρωπος έχει καταντήσει πια να είναι μια βάση δεδομένων με πόδια.

Ερ.: Διερωτάστε γιατί οι φοιτητές σας θέλουν να μάθουν να γράφουν;
Απ.: Στις ΗΠΑ, Όλο και λιγότεροι θέλουν να διαβάζουν, όλο και περισσότεροι θέλουν να γράφουν. Είναι σχεδόν σαν ένα βιντεοπαιχνίδι όπου οι άνθρωποι προσποιούνται πως είναι ο ήρωας και όχι το σενάριο. Το περιοδικό Tin House μάλιστα, απαιτεί από τους συγγραφείς που θέλουν να αποστείλουν τη δουλειά τους, να δείξουν την απόδειξη αγοράς ενός βιβλίου που αγόρασαν στο διάστημα των τελευταίων τριών μηνών.

Ερ.: Οι χαρακτήρες σας διαβάζουν Κούντερα.
Απ.: Τον έχω διαβάσει κι εγώ όταν ήμουν πολύ μικρός και σε αυτή την πρώτη επαφή τον βρήκα πολύ πολιτικό και ερωτικό συγχρόνως. Πίστευα πως θα’ταν ωραίο να βάλω τον Lenny να προσπαθεί να δημιουργήσει μια ερωτική κατάσταση με την Eunice καθώς διαβάζουν.

Ερ.: Στο μυθιστόρημα, το ημερολόγιου του Lenny, εναλλάσσεται με συνομιλίες και ηλεκτρονικά μηνύματα προερχόμενα από τη φίλη του. Τι ρυθμό ψάχνατε να δώσετε στο βιβλίο;
Απ.: Ο Lenny γράφει προσωπικά πράγματα κι αυτή, γράφει πονηρά πράγματα τα οποία απευθύνονται σε «κάποιον» που «δεν ανοιγοκλείνει τα μάτια». Ήθελα ένα ντουέτο μεταξύ δυο ανθρώπων, αλλά πολλοί αναγνώστες το αντιλαμβάνονται αυτό σαν κάτι αποσπασματικό και εκτιμούν ότι δεν πρέπει να ακούνε τη φωνή μόνο του ενός (αφηγητή).

Ερ.: Προσλάβατε ένα καθηγητή του Facebook. Σας βοήθησε κανείς με τον τόνο/ύφος της Eunice;
Απ.: Απλώς με το να πηγαίνω στο χωλ μετά το μάθημα και να ακούω ήταν αρκετό. Επιπλέον, είχα πολλές φίλες από την Καλιφόρνια.

Μια απ’τις τάξεις στις οποίες διδάσκει ο Shteyngart έχει να κάνει με αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «η λογοτεχνία του υστερικού άντρα». Εκεί, αναφέρεται και κριτικάρει τους Philip Roth, Saul Bellow, Mordecai Richler και Martin Amis, μεταξύ άλλων. Το εισαγωγικό κείμενο του μαθήματος υποστηρίζει ότι οι άντρες συγγραφείς έχουν σε κάποια φάση της ζωής τους ουρλιάξει στο πρώτο πρόσωπο. Το τι δίνει ζωτικότητα στον υστερικό ήρωα είναι μια απ’τις ερωτήσεις τις οποίες προσπαθεί να ξεδιαλύνει. Ο Shteyngart περιλαμβάνει σ’αυτή την ομάδα μόνο το βιβλίο του «Absurdistan». Μιλά με ενθουσιασμό και με νοσταλγία για μια εποχή κατά την οποία οι γενιές στιγματίζονταν από τα βιβλία και η ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων κυβερνιόταν από αυτά. «Οι άνθρωποι μιλούσαν για το τελευταίο μυθιστόρημα του Bellow στα γραφεία τους, στη δουλειά τους. Μπορείς να το φανταστείς αυτό τώρα; Ήταν ένα διαφορετικός κόσμος. Πρέπει να ήταν όμορφο τα να υπάρχει ένας τέτοιος μη περιθωριοποιημένος ρόλος στην κουλτούρα».

Ερ.: Η υπερβολή επιτρέπει μια πιο ρεαλιστική απεικόνιση;
Απ.: Δεν υπερβάλλω όσο φαίνεται. Σε αυτό το βιβλίο και στο προηγούμενο, κάνω σχεδόν δημοσιογραφία. Έχω κάνει πολλές συνεντεύξεις και έχω σπαταλήσει πολύ χρόνο επισκεπτόμενος διάφορους ιστότοπους. Κάθε σελίδα έχει εκατοντάδες σημειώσεις από κάτω. Υπάρχουν πολλοί συγγραφείς που δεν εγκαταλείπουν τα όριά τους, είτε αυτά είναι το Brooklyn ή η Barcelona, και πιστεύουν πως ο κόσμος είναι δομημένος με ένα καθορισμένο τρόπο. Μα η αλήθεια είναι πως τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα από αυτή τους την προσέγγιση.


Ερ.: Αυτή η λεπτή γραμμή μεταξύ πραγματικότητας και μυθιστορήματος, μεταξύ τεκμηρίωσης και φαντασίας, μεταξύ μη επιστημονικής λογοτεχνίας και λογοτεχνίας εμπνευσμένης από την πραγματικότητα, είναι αυτή που περιγράφει καλύτερα το παρόν;
Απ.: Ανήκω σε μια γενιά συγγραφέων που δεν είναι μετανάστες αλλά παγκόσμιοι συγγραφείς. Είναι σαν κι αυτό που ονόμασε ο Στάλιν «the Jewish cosmopolitan rootlessness», εδώ είναι που είμαστε εμείς.

Ερ.: Το χιούμορ έχει κάποιο αντίκτυπο;
Απ.: Κανείς δεν το παίρνει στα σοβαρά στις ΗΠΑ. Είναι σαν να λες «κοίτα, ένας μπαλαντέρ που τον βοηθάει ο θεός». Στην Αγγλία είναι πιο εκτιμημένο.

Ερ.: Υποστηρίζετε ότι γράφετε για να ψυχαγωγήσετε. Γιατί;
Απ.: Δε θέλω η λογοτεχνία να μετατραπεί και να γίνει σαν την ποίηση που βρίσκεται μες σ΄ένα γκέτο σοφολογιότητας. Δε θέλω να διαβάζεται μόνο από αυτούς που επιχειρούν να γράψουν. Η πειραματική και η σύνθετη λογοτεχνία μου φαίνονται καλές, μα δεν υπάρχει κανένας λόγος να υπερέχουν (των άλλων). Θέλω απλώς το μυθιστόρημα να έχει ενδιαφέρον.   



Άρθρο από τον διαδικτυακό τόπο elpais.com
Μετάφραση: Γιώτα Παναγιώτου