Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Η λογοτεχνία στην κρίση

Από την ενότητα έργων του Travis Louie "Curious Pets"
Για να μιλήσουμε για τη λογοτεχνία στην κρίση, καλό θα ήτανε, θεωρώ, ν’ αρχίσουμε προσπαθώντας να νοηματοδοτήσουμε τις δύο λέξεις, “λογοτεχνία” και “κρίση”, μιας και ζούμε σε μιαν εποχή τόσο δυναμική, και με τόσο πυκνές ανατροπές, που όλα, σχέσεις, νοήματα, σημαίνοντα και σημαινόμενα, μοιάζουν να βρίσκονται σε μια συνεχή, εφιαλτική ή γοητευτική περιδίνηση.
Όπως λέει μια φίλη μου, οι μισοί Έλληνες γράφουν και οι άλλοι μισοί, δεν διαβάζουν. Πληθώρα τίτλων περνάει κάθε χρόνο από τις εκτυπωτικές μηχανές, παρά την, σχεδόν, καθίζηση που έχει σημειωθεί στον χώρο του βιβλίου. Είναι λοιπόν, μπορεί να είναι, λογοτεχνία κάθε τι που γράφεται; Ποια είναι αυτή η “τέχνη του λόγου” που καθορίζει τον “λογοτέχνη” από τον “μη λογοτέχνη”, τον απλώς “γράφοντα”, τον απλώς έχοντα ανάγκη “να τα πει”; Ποια κριτήρια θα δεχτούμε για να σταθούμε μπροστά σ’ αυτήν την ερώτηση;
Ο καθορισμός των κριτηρίων αυτών, που τελικά θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό και την απάντηση, είναι κατά τη γνώμη μου, μια επιλογή καθαρά πολιτική, με ότι συμπεριλαμβάνει ο όρος, και κυρίως την πολιτική ηθική. Είναι το γνωστό, σερνάμενο επί γενεές, θέμα των διανοούμενων. Όπως επίσης, είναι και το γνωστό ρητό, πως “σ’ αυτή τη χώρα είσαι ό,τι δηλώσεις”.
Σε ό,τι, τώρα, αφορά στον ορισμό της κρίσης, ακριβώς επειδή η απάντηση είναι ποικιλοτρόπως πολύπλοκη και σύνθετη, καθίσταται την ίδια στιγμή, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικά πιο απλή, αν δεχτούμε, πως “κρίση” είναι για τον καθένα μας, η καθημερινότητα που βιώνει. Γιατί, ναι, κρίση είναι οι μη μετρούμενες πια αυτοκτονίες, κρίση είναι η πολλαπλή επίθεση στην κοινωνία, κρίση είναι οι άστεγοι, τα παιδιά που λιποθυμούν στα σχολεία, οι νεκροί απ’ τα μαγκάλια, αλλά... όλα αυτά ο καθένας τα βιώνει διαφορετικά, τα βιώνει μέσα από το πρίσμα των προσωπικών του ευαισθησιών, αλλά και –ας μην το ξεχνάμε- της κατάστασης της τσέπης του.
Υπάρχει, λοιπόν, στο χώρο μια άποψη, που υποστηρίζει πως με την κρίση, κάτι καινούργιο έχει αρχίσει να γεννιέται, πως οι πνευματικές και καλλιτεχνικές αναζητήσεις βρίσκουν διεξόδους σε σχήματα εφευρετικά, πως είναι πλέον φανερή μια δημιουργική δυναμική σε κατεύθυνση ανατρεπτική. Είναι η αισιόδοξη άποψη. Πολλοί χαίρονται μ’ αυτήν. Άλλους, που πιθανόν πεινούν, ή χάνουν το σπίτι τους, πιστέψτε με, παντελώς τους ενδιαφέρει. Και ειδικά αν η συμμετοχή τους σε όλο αυτό το δημιουργικό γίγνεσθαι περνάει μέσα από ένα αντίτιμο, ένα εισητήριο, ας πούμε, για ένα θέαμα, ή την αγορά ενός βιβλίου.
Νομιμοποιείται, όμως, η ανάγκη να μηδενίζει τη δημιουργία; Σαφώς όχι. Το ζητούμενο είναι να βρεθεί το σημείο που το ένα στηρίζει το άλλο. Και για να γίνει αυτό, θα πρέπει η μεν ανάγκη, να έχει επίγνωση πως είναι μια κατάσταση συλλογική, κοινωνική και όχι ατομική –πράγμα που είναι εξαιρετικά δύσκολο μέσα στην εγωπαθή, ατομοκεντρική συνείδηση που έχει αναπτυχθεί τις τελευταίες δεκαετίες, και που δεν εξαιρεί πολλούς παρεπιδημούντες στην αριστερά-, η δε δημιουργία, που στη λογοτεχνία είναι, εξ ορισμού, μια διαδικασία μοναχική, να βρει τον τρόπο να συγκεράσει την αγωνία του δημιουργού με την συλλογική, κοινωνική αυτή κατάσταση. Τότε, πιστεύω, έχει νόημα η δημιουργία –γενικώς- και η λογοτεχνία στις μέρες μας.
Κι αυτά, με την επιφύλαξη της εν θερμώ κατανόησης, γιατί θεωρώ πως είναι πολύ δύσκολο να κατανοήσεις, αποκωδικοποιήσεις και επεξεγαστείς τι, πραγματικά, συμβαίνει γύρω σου, την ώρα που το ζεις, την ώρα που εμπλέκεσαι προσωπικά.
Ας επανέλθουμε όμως, τώρα, στη “λογοτεχνία” και τους “λογοτέχνες”. “Συγγραφείς”, θα προτιμούσα, αφού άλλο τόνα κι άλλο τ’ άλλο, και σίγουρα, δεν είναι όλοι οι συγγραφείς και λογοτέχνες. Μακριά από μένα η έπαρση του να δώσω άλλον ορισμό, σε ό,τι αφορά το πρώτο, εκτός απ’ αυτό που λέει η ίδια η λέξη. Δικαιούμαι, όμως, νομίζω, όπως και κάθε άνθρωπος, να έχω μιαν άποψη για τον “λογοτέχνη” στην περίοδο της κρίσης, αφού σαν τέτοιος εκτίθεται, όπως εκτίθεμαι κι εγώ, έστω κι αν αποποιούμαι τον τίτλο.
Γιατί κάθεται, σήμερα, να γράψει ένας άνθρωπος; Οι λόγοι, νομίζω, που τον ωθούν, δεν έχουν αλλάξει, είτε έχουμε κρίση, είτε όχι. Και είναι γνωστοί, κάποιοι από αυτούς δεν είναι και οι κολακευτικότεροι, αλλά ας δεχτούμε τις καλές προθέσεις. Άρα η γενεσιουργός σχέση συγγραφέα – κειμένου, δεν έχει μεταβληθεί με την κρίση.
Κι ύστερα, έρχεται το επόμενο ερώτημα, κι αυτό ήταν που με βασάνιζε όταν ένοιωθα πως έφτανα προς το τέλος των “Μπλουζ του Αγίου Παντελεήμονα”. Έχει λόγο αυτόνομης ύπαρξης αυτή η δουλειά μου; Δηλαδή αξίζει, το κέφι, ή τα άγχη, η μαυρίλα η δικιά μου, να γίνουν βιβλίο; Παρά την παρότρυνση φίλων που τους το είχα δώσει, έτσι, για μια πρώτη γνώμη, το ερώτημα αυτό ήταν η μεγάλη μου αγωνία. Πιστεύω πως για να μιλήσεις –με όρους έκδοσης βιβλίου- πρέπει, τουλάχιστον, να έχεις κάτι να πεις, που να αφορά περισσότερο κόσμο, κι όχι μόνο να τον αφορά, αλλά να έχει κάτι να του προτείνει, να του προσθέσει. Και πρώτα απ’ όλους, αυτό το τηρώ για τον εαυτό μου. Δεν υποτιμώ το “κάτι” κανενός, αλλά νομίζω, ξέρω, πως ο πιο αυστηρός κριτής μας είναι ο εαυτός μας. Δεν θα πλήρωνα ποτέ, ας πούμε, από την τσέπη μου, για να εκδώσω ένα βιβλίο, και όχι μόνον τώρα που τα οικονομικά είναι στεγνά και δεν υπάρχει μία, αλλά και παλιότερα, που ήταν ανθηρά. Χίλιες φορές να μην έβγαινε ποτέ, αν ήταν να εκβιάσω την έκδοσή του μόνο και μόνο για να ικανοποιήσω την ματαιοδοξία μου.
Γιατί αν έβγαινε με τέτοιους όρους, ήδη η αλήθεια του θα ήτανε –για μένα- λειψή. Κι επειδή, νομίζω, και στην λογοτεχνία, όπως στην αρχιτεκτονική, αλλά και σε κάθε αισθητική ή άλλη προσέγγιση της ζωής, όμορφο είναι ό,τι είναι -τουλάχιστον- αληθινό, αυτή η λειψή αλήθεια θα το ασχήμαινε στα μάτια μου.
Αφού λοιπόν η σχέση συγγραφέα - κειμένου δεν έχει μεταβληθεί, και αφού θεωρούμε πως το βιβλίο –στο σύνολο της διαδρομής του μέχρι να εκδοθεί- είναι η αλήθεια του συγγραφέα, τότε νομίζω πως είναι καλύτερα να μιλάμε για “λογοτέχνες (ή καλύτερα συγγραφείς) στην κρίση”. Και κάτω από αυτό το πρίσμα, λοιπόν, μπορούμε να προσεγγίσουμε το θέμα μας, πολύ πιο κατανοητά.
Γιατί οι “λογοτέχνες”, και δεν βγάζω τα εισαγωγικά, είναι άνθρωποι, όπως ακριβώς όλοι οι άλλοι, τίποτα το ξεχωριστό, και σαν τέτοιοι βιώνουν την κρίση ο καθένας με τον δικό του προσωπικό τρόπο. Άλλος έχασε τα πάντα, άλλος ακόμα κουτσοβολεύεται κι άλλος είναι ακόμα περίφημα. Άλλος έχει ενταχθεί σε μια συλλογικότητα κι αγωνίζεται, άλλος κάθεται ακόμα βολεμένος στον καναπέ του, κι άλλος είναι μέσα στη μαύρη κατάθλιψη, στάσεις όλες αποδεκτές. Κι ο καθένας, με την δύναμη που έχει αντιμετωπίζει την αλήθεια του και είναι γενναίος μαζί της, να την βγάλει, να βγάλει τα σωθικά του στο φως ή να παίζει πίσω της κρυφτούλι.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο η κρίση έχει συντελέσει, ώστε αυτοί που η ζωή τους έχει αλλάξει, να βλέπουν πια την διαχρονική πραγματικότητα με άλλα μάτια. Και την αλήθεια τους με άλλα μάτια. Και να την τραγουδάνε με άλλα λόγια. Δεν άλλαξε η λογοτεχνία με την κρίση. Οι άνθρωποι και η ζωή μας άλλαξε. Και με αυτόν τον όρο, θεωρώ, μπορούμε να μιλήσουμε για λογοτεχνία της κρίσης.
Και προσωπικά, τουλάχιστον εγώ αυτό το καταλαβαίνω σαν μια ανάγκη έκφρασης που βάζει στην άκρη τους ναρκισσισμούς του δημιουργού και ξαναφέρνει στο επίκεντρο, εκείνο, τον για χρόνια ξεχασμένο στίχο του ποιητή, “εμείς δεν τραγουδάμε, για να ξεχωρίσουμε, αδερφέ μου, απ’ τον κόσμο, εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε με τον κόσμο”.

                                                                                             Κώστας Ποντικόπουλος


Το πρώτο βιβλίο του Κώστα Ποντικόπουλου "Τα Μπλουζ του Αγίου Παντελεήμονα", κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Εύμαρος.